«Η Γερμανία βρίσκεται σε περίοδο οικονομικής στασιμότητας εδώ και περίπου επτά χρόνια, όμως η πραγματική κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη από ό,τι συνήθως θεωρείται», προειδοποιεί.
Όπως επισημαίνει, παρότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό, έχει αυξηθεί κατά 9% από το 2015, οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν μειωθεί από το 2019 και σήμερα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με εκείνο του 2015. Αντίθετα, οι κρατικές καταναλωτικές δαπάνες έχουν αυξηθεί κατά 29% από το 2015.
«Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να κλείσει το χάσμα μεταξύ των μειούμενων ιδιωτικών επενδύσεων και της διόγκωσης των κρατικών δαπανών», δηλώνει ο Φουστ.
«Για να επιτευχθεί αυτό, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να περιορίσουν τις κρατικές καταναλωτικές δαπάνες και να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις».
Να σημειωθεί ότι η αύξηση των κρατικών καταναλωτικών δαπανών περιλαμβάνει δαπάνες για το προσωπικό του δημόσιου τομέα, λειτουργικές δαπάνες των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και κοινωνικές παροχές, όπως οι υπηρεσίες υγείας και φροντίδας.
Ο Φουέστ τονίζει ότι το κράτος οφείλει να δαπανά χρήματα για να επιτελεί τα καθήκοντά του. Ωστόσο, εάν οι δαπάνες αυξάνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα με ταχύτερο ρυθμό από την οικονομική παραγωγή, αυτό θα οδηγήσει σε ελλείμματα, τα οποία η κυβέρνηση θα πρέπει να καλύψει μέσω υψηλότερων φόρων και εισφορών, επιταχύνοντας έτσι τη μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων.
«Οι εξηγήσεις που βασίζονται στη δημογραφική εξέλιξη ή τα επιχειρήματα ότι οι κρατικές καταναλωτικές δαπάνες πρέπει να αυξάνονται σε περιόδους κρίσης δεν επαρκούν, καθώς οι κρατικές καταναλωτικές δαπάνες στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν αυξηθεί ταχύτερα από την οικονομική παραγωγή», καταλήγει ο Φουέστ.






