Παρουσιάζοντας τις αλλαγές, ο κ. Μερτς υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να επαναφέρει τη γερμανική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης, διαβεβαιώνοντας παράλληλα ότι οι παρεμβάσεις δεν θα υπονομεύσουν το κράτος πρόνοιας. Όπως σημείωσε, οι επιπτώσεις των μέτρων στην οικονομία δεν μπορούν ακόμη να εκτιμηθούν με ακρίβεια, ωστόσο εκφράζεται η προσδοκία ότι θα συμβάλουν σταδιακά στη βελτίωση των προοπτικών της χώρας.
Κεντρικό στοιχείο του πακέτου αποτελεί η αναμόρφωση της φορολογίας, με την πρόβλεψη αυξημένων συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδήματα: 45% για φορολογητέα εισοδήματα άνω των 250.000 ευρώ και 47% για εισοδήματα άνω των 280.000 ευρώ. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η επιλογή αυτή στοχεύει σε δικαιότερη κατανομή του φορολογικού βάρους, με τον υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ να επισημαίνει ότι τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα έως 60.000 ευρώ ετησίως θα επωφεληθούν από ελαφρύνσεις που μπορεί να φτάνουν έως και 600 ευρώ τον χρόνο από το 2028.
Το μεταρρυθμιστικό πακέτο περιλαμβάνει επίσης μέτρα για τη μείωση της γραφειοκρατίας, με απλοποίηση των φορολογικών διαδικασιών και περιορισμό των διοικητικών απαιτήσεων στο ευρωπαϊκό ελάχιστο πρότυπο. Παράλληλα, προβλέπονται αυστηρότερες ρυθμίσεις για την καταπολέμηση της κατάχρησης κοινωνικών παροχών, καθώς και αλλαγές στην αγορά εργασίας, μεταξύ των οποίων η κατάργηση της δυνατότητας τηλεφωνικής χορήγησης αναρρωτικής άδειας και η υποχρεωτική ιατρική γνωμάτευση από την πρώτη ημέρα ασθένειας.
Η κυβέρνηση θέτει ως στόχο την ψήφιση των μέτρων έως το τέλος του έτους και την εφαρμογή τους από την 1η Ιανουαρίου 2027, με τον καγκελάριο να τονίζει ότι οι πολίτες αναμένουν «αποφάσεις και όχι καβγάδες» και να ζητά ευρύτερη στήριξη στις μεταρρυθμίσεις.
Ο κ. Μερτς ανέφερε ότι η μεταρρυθμιστική στρατηγική δεν βασίζεται σε «μεμονωμένο σοκ» για την οικονομία, αλλά σε ένα σύνολο παρεμβάσεων που, συνδυαστικά, μπορούν να ενισχύσουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Παράλληλα, απέκλεισε άμεσες αλλαγές στον εκλογικό νόμο, μεταθέτοντας τη σχετική συζήτηση για το επόμενο έτος.
Σε ό,τι αφορά το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, ο Γερμανός καγκελάριος αναφέρθηκε στον ανταγωνισμό με την Κίνα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για δίκαιους όρους εμπορίου και για αντιμετώπιση πρακτικών όπως οι επιδοτήσεις και οι στρεβλώσεις στις ισοτιμίες. Όπως τόνισε, η σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης–Κίνας πρέπει να χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εξάρτηση και όχι μονομέρεια, ενώ η Ευρώπη οφείλει να υπερασπιστεί τον θεμιτό ανταγωνισμό και ταυτόχρονα να αντισταθεί σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.



