• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Πώς το «Κόμμα της Κατσαρίδας» έγινε η νέα φωνή της οργής των νέων στην Ινδία
09:35 - 21 Ιουλ 2026

Πώς το «Κόμμα της Κατσαρίδας» έγινε η νέα φωνή της οργής των νέων στην Ινδία

Από μια σατιρική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το «Κόμμα της Κατσαρίδης» (Cockroach Janta Party-CJP) εξελίχθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες σε σύμβολο της οργής εκατομμυρίων νέων Ινδών απέναντι στην κυβέρνηση Μόντι και την κρίση στην εκπαίδευση.

Ακολουθεί μια επισκόπηση των γεγονότων στην Ινδία όπως τα παρουσιάζει ο Guardian.

Πώς γεννήθηκε το Κόμμα της Κατσαρίδας

Το Κόμμα της Κατσαρίδας μπορεί να ξεκίνησε ως ένα διαδικτυακό αστείο, όμως – με κινητήρια δύναμη τα εκατομμύρια δυσαρεστημένων νέων της Ινδίας – εξελίχθηκε ταχύτατα σε μία από τις πιο απρόσμενες προκλήσεις για την πανίσχυρη δεξιά κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι.

Το CJP ιδρύθηκε τον Μάιο από τον 30χρονο Αμπιτζίτ Ντίπκε, Ινδό που μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εξοργισμένος από τις δηλώσεις του προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας, ο οποίος, κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας, παρομοίασε τους άνεργους νέους της χώρας με «παράσιτα» και «κατσαρίδες», ο Ντίπκε έκανε μια σατιρική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Τι θα γινόταν αν όλες οι κατσαρίδες ενώνονταν;»

Η ανταπόκριση ήταν καταιγιστική. Δημιούργησε ιστοσελίδα και λογαριασμούς στα social media για ένα σατιρικό Κόμμα της Κατσαρίδας – σαφή υπαινιγμό προς το κυβερνών Bharatiya Janata Party (BJP) του Μόντι – συνοδευόμενο από ένα δηκτικό μανιφέστο κατά της κυβέρνησης και το σύνθημα: «Ένα πολιτικό κόμμα για τους ανθρώπους που το σύστημα ξέχασε να μετρήσει.»

Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, η σελίδα του CJP στο Instagram ξεπέρασε τους 22 εκατομμύρια ακολούθους, αφήνοντας πίσω ακόμη και το BJP. Η κυβέρνηση Μόντι, γνωστή για τη χαμηλή ανοχή της στην κριτική, επιχείρησε να μπλοκάρει τους λογαριασμούς του κινήματος επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας, χωρίς όμως επιτυχία.

Ποια αιτήματα προβάλλει το κόμμα;

Καθώς το CJP αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική, ο Ντίπκε έστρεψε το ενδιαφέρον του κινήματος σε ένα από τα πιο εκρηκτικά ζητήματα για τα εκατομμύρια των Ινδών μαθητών και φοιτητών: τις διαρροές των θεμάτων στις εισαγωγικές εξετάσεις των ιατρικών σχολών, οι οποίες επανειλημμένα έχουν καταλήξει να πωλούνται σε όσους μπορούν να πληρώσουν.

Η πίεση για επιτυχία είναι ασφυκτική. Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια υποψήφιοι διεκδικούν μόλις 130.000 θέσεις. Πολλές οικογένειες εξαντλούν τις οικονομίες μιας ζωής ή βυθίζονται στα χρέη για να χρηματοδοτήσουν την προετοιμασία των παιδιών τους για τις εξαιρετικά απαιτητικές εξετάσεις, γνωστές ως NEET. Σήμερα, στην Ινδία δαπανώνται περισσότερα χρήματα για ιδιωτικά φροντιστήρια απ' όσα διαθέτει συνολικά το κράτος για την ανώτατη εκπαίδευση.

Οι αλλεπάλληλες διαρροές εξεταστικών θεμάτων έχουν αναγκάσει εκατομμύρια υποψηφίους να επαναλάβουν τις εξετάσεις, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν συνδεθεί ακόμη και με δεκάδες αυτοκτονίες. Και οι εξετάσεις NEET δεν αποτελούν τη μοναδική περίπτωση διαρροών.

Η κυβέρνηση Μόντι κατηγορείται ότι απέφυγε να αναλάβει τις ευθύνες της για το σκάνδαλο. Το CJP κινητοποίησε χιλιάδες υποστηρικτές ζητώντας να λογοδοτήσει η κυβέρνηση για τις διαρροές και να παραιτηθεί ο υπουργός Παιδείας, Νταρμέντρα Πραντάν.

Για πολλούς εκπροσώπους της Generation Z και των millennials στην Ινδία, το CJP εκφράζει και μια βαθύτερη αγανάκτηση απέναντι σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βρίσκεται σε κρίση και σε μια αγορά εργασίας που αδυνατεί να τους προσφέρει προοπτικές. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, σχεδόν το 40% των πτυχιούχων κάτω των 25 ετών είναι άνεργοι.

Πότε βγήκε για πρώτη φορά στους δρόμους;

Η πρώτη δημόσια κινητοποίηση του CJP πραγματοποιήθηκε στις αρχές Ιουνίου στο Νέο Δελχί, με βασικό αίτημα την παραίτηση του υπουργού Παιδείας. Ο Ντίπκε επέστρεψε από τις ΗΠΑ για να ηγηθεί της διαδήλωσης, ενώ ακολούθησαν αντίστοιχες συγκεντρώσεις και σε άλλες πόλεις.

Αργότερα τον ίδιο μήνα πραγματοποιήθηκε νέα μεγάλη διαμαρτυρία στο Δελχί, όπου οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι δεν θα αποχωρούσαν αν δεν παραιτούνταν ο Πραντάν.

Στους διαδηλωτές προστέθηκε και ο γνωστός μηχανικός και ακτιβιστής για την εκπαίδευση Σόναμ Γουανγκτσούκ, από το Λαντάκ, ο οποίος πέρυσι είχε συλληφθεί και κρατηθεί με βάση την αντιτρομοκρατική νομοθεσία λόγω της ακτιβιστικής του δράσης.

Ο Γουανγκτσούκ ανακοίνωσε ότι ξεκινά απεργία πείνας, ακολουθώντας τη γκαντική παράδοση της μη βίαιης διαμαρτυρίας, δηλώνοντας πως δεν θα έτρωγε μέχρι να αποχωρήσει ο υπουργός Παιδείας.

Καθώς η κινητοποίηση και η απεργία πείνας συνεχίζονταν μέσα στον Ιούλιο, αρκετά κορυφαία στελέχη της αντιπολίτευσης επισκέφθηκαν τους διαδηλωτές. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μόντι αρνήθηκε να συνομιλήσει με το CJP ή τον Γουανγκτσούκ, ενώ ο Πραντάν χαρακτήρισε το κίνημα «Β' ομάδα των τρομοκρατών».

Πώς ο Σόναμ Γουανγκτσούκ ενίσχυσε το κίνημα;

Καθώς η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν έπειτα από περισσότερες από δύο εβδομάδες απεργίας πείνας, η κυβέρνηση δεχόταν ολοένα και εντονότερη κριτική. Ύστερα από 18 ημέρες, δικαστήριο του Δελχί διέταξε την καθημερινή ιατρική παρακολούθησή του.

Νωρίς το πρωί της Κυριακής, την 20ή ημέρα της απεργίας, η αστυνομία του Δελχί προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων όταν απομάκρυνε βίαια τον Γουανγκτσούκ και τον μετέφερε, παρά τη θέλησή του, σε κρατικό νοσοκομείο.

Η αστυνομία υποστήριξε ότι ενήργησε για να προστατεύσει την υγεία του. Η σύζυγός του έκανε λόγο για «παράνομη κράτηση».

Από το νοσοκομειακό κρεβάτι, ο Γουανγκτσούκ κάλεσε τους υποστηρικτές του CJP να πραγματοποιήσουν πορεία προς το Κοινοβούλιο τη Δευτέρα, απαιτώντας εκ νέου την παραίτηση του υπουργού Παιδείας.

Πόσο μεγάλη ήταν η διαδήλωση της Δευτέρας;

Η κινητοποίηση της Δευτέρας εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις των τελευταίων ετών στην Ινδία.

Από νωρίς το πρωί, χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυσαν το κέντρο του Νέου Δελχί, ενώ εκατοντάδες είχαν ήδη περάσει τη νύχτα στον χώρο της διαμαρτυρίας.

Το μεγαλύτερο μέρος του πλήθους αποτελούνταν από φοιτητές και νέους ανθρώπους, όμως ιδιαίτερα έντονη ήταν και η παρουσία γονέων, τα παιδιά των οποίων είχαν επηρεαστεί από τις διαρροές των εξετάσεων.

Η αστυνομία αρνήθηκε να επιτρέψει την πορεία προς το Κοινοβούλιο. Κεντρικοί δρόμοι αποκλείστηκαν με οδοφράγματα, διακόπηκε η πρόσβαση στο διαδίκτυο σε αρκετές περιοχές και οι διαδηλωτές περιορίστηκαν σε ειδικά καθορισμένο χώρο περίπου ενάμισι χιλιόμετρο μακριά από το Κοινοβούλιο. Παρ' όλα αυτά, το πλήθος συνέχιζε να αυξάνεται και μέχρι το μεσημέρι είχαν συγκεντρωθεί περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι.

Όταν οι διαδηλωτές επιχείρησαν να κινηθούν προς το Κοινοβούλιο, η αστυνομία απάντησε με χρήση βίας, κάνοντας χρήση γκλομπ και δακρυγόνων. Από τις συγκρούσεις τραυματίστηκαν τόσο αστυνομικοί όσο και διαδηλωτές, ενώ ο Ντίπκε χαρακτήρισε την επέμβαση των αρχών «απολύτως βίαιη».

Τι ακολουθεί;

Έπειτα από εβδομάδες πλήρους αδιαφορίας απέναντι στο κίνημα, η κυβέρνηση Μόντι πρότεινε συνάντηση το πρωί της Δευτέρας.

Κατά τη σύντομη δεκάλεπτη επαφή, εκπρόσωποι του CJP παρουσίασαν τρία βασικά αιτήματα, ωστόσο, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του κινήματος, «δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη δέσμευση».

Ο υπουργός Παιδείας δεν προχώρησε σε δημόσια δήλωση για τις διαδηλώσεις. Μέχρι αργά το βράδυ της Δευτέρας, καθώς η αστυνομία επιχειρούσε να διαλύσει τον καταυλισμό των διαδηλωτών στο Δελχί, ο Ντίπκε διαμήνυσε ότι οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν όσο ο Πραντάν παραμένει στη θέση του.

«Αυτή η ειρηνική διαμαρτυρία δεν τελειώνει εδώ», ανέφερε χαρακτηριστικά το CJP σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ.