• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
CNBC: Γιατί το τελευταίο «πακέτο» δασμών του Τραμπ διαφέρει από τα προηγούμενα
11:03 - 27 Ιουλ 2026

CNBC: Γιατί το τελευταίο «πακέτο» δασμών του Τραμπ διαφέρει από τα προηγούμενα

Καθώς η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν εισέρχεται στον έκτο μήνα της, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στρέφει και πάλι το ενδιαφέρον του σε ένα πιο γνώριμο πεδίο αντιπαράθεσης: το παγκόσμιο εμπόριο.      

Υπενθυμίζεται ότι την Παρασκευή (24/7), ο Τραμπ ανακοίνωσε ένα νέο «κύμα» δασμών που αφορά 60 εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ των οποίων την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά.

Οι νέοι δασμοί, -οι οποίοι αντικατέστησαν τον προσωρινό οριζόντιο δασμό 10% που έληξε στις 24 Ιουλίου-, κυμαίνονται από 10% έως 12,5%.

«Ήπια» η πρώτη αντίδραση των αγορών

Η αρχική αντίδραση των χρηματοπιστωτικών αγορών ήταν συγκρατημένη, καθώς οι επενδυτές είχαν σε μεγάλο βαθμό προεξοφλήσει την επιβολή των νέων δασμών λόγω της επικείμενης λήξης του προηγούμενου καθεστώτος.

Η εικόνα αυτή διαφέρει αισθητά από την πολιτική του «σοκ και δέους» που είχε συνοδεύσει τους εκτεταμένους δασμούς της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης» (Liberation Day) τον Απρίλιο του 2025, όταν οι αγορές είχαν καταγράψει ισχυρές απώλειες.

Ωστόσο, επενδυτές και αναλυτές επισημαίνουν ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες επιβάλλεται το νέο αυτό πακέτο δασμών διαφέρουν σημαντικά από εκείνες της προηγούμενης χρονιάς.

Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το CNBC, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα δυσκολότερο περιβάλλον, ενώ οι νέοι δασμοί βασίζονται σε διαφορετικό νομικό πλαίσιο, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει πιο μόνιμες πιέσεις στις αγορές.

Ένας πιο αποφασισμένος Λευκός Οίκος

«Η σημασία των νέων μέτρων είναι διπλή», δήλωσε η Έμα Μοριάρτι, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίων στην CG Asset Management.

«Αφενός αποδεικνύουν τη σταθερή προσήλωση της κυβέρνησης Τραμπ στη χρήση των δασμών ως πολιτικού εργαλείου. Αφετέρου, αυτή η προσήλωση εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία δοκιμάζεται από ένα ενεργειακό σοκ και από αυξανόμενα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να συνεχίσει την επιβολή νέων δασμών ακόμη και όταν αυτοί επιβαρύνουν την εγχώρια οικονομία. Για τις αγορές το μήνυμα είναι σαφές: πρέπει να προετοιμαστούν για ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού», ανέφερε στο ίδιο φόντο.

Τα νέα μέτρα έρχονται ενώ οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Υπενθυμίζεται επίσης ότι οι τιμές του πετρελαίου είχαν επανέλθει στο τέλος της προηγούμενης βδομάδας πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Ο Ρας Μόουλντ, διευθυντής επενδύσεων της AJ Bell, σχολίασε ότι, παρότι η απόφαση δεν αποτέλεσε έκπληξη για τις αγορές, προσθέτει ακόμη μία σημαντική πηγή αβεβαιότητας.

«Παρότι η εξέλιξη δεν αιφνιδίασε πλήρως τους επενδυτές, αποτελεί ακόμη έναν ανεπιθύμητο παράγοντα αβεβαιότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία το επενδυτικό κλίμα επιβαρύνεται τόσο από την αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, όσο και από τις ανησυχίες για τις υψηλές δαπάνες στον τεχνολογικό κλάδο», ανέφερε.

Νέο νομικό πλαίσιο για τους δασμούς

Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το Φεβρουάριο, σύμφωνα με την οποία οι προηγούμενοι δασμοί κρίθηκαν παράνομοι, η κυβέρνηση αναζητούσε εναλλακτική νομική βάση για την επιβολή νέων μέτρων.

Όπως σημειώνεται, το νέο πακέτο δασμών βασίζεται πλέον στο Άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, με την αμερικανική κυβέρνηση να επικαλείται ως αιτιολογία καταγγελλόμενες πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας.

Συγκεκριμένα, οι χώρες που έχουν υιοθετήσει ή έχουν δεσμευθεί να εφαρμόσουν σχετικές απαγορεύσεις θα επιβαρύνονται με δασμό 10%, ενώ όσες δεν έχουν λάβει αντίστοιχα μέτρα θα υπόκεινται σε δασμό 12,5%. Συνολικά, τα νέα μέτρα καλύπτουν το 99,4% των αμερικανικών εισαγωγών.

Ο Άλαν Σιόου, συνδιευθυντής του τμήματος εταιρικού χρέους αναδυόμενων αγορών στην Ninety One Asset Management, εκτίμησε ότι ο Λευκός Οίκος προσαρμόζεται πλέον στους νομικούς περιορισμούς και ενδεχομένως ενθαρρύνεται από το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει ισχυρή αντίδραση από τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, ούτε σημαντική επιτάχυνση του πληθωρισμού.

Όπως σημείωσε, οι νέοι δασμοί αποτελούν ουσιαστικά εξέλιξη των πρώτων εμπορικών μέτρων της κυβέρνησης Τραμπ και εκτίμησε ότι οι υπόλοιπες χώρες θα αντιδράσουν αρχικά με μετριοπάθεια, επιφυλασσόμενες να κλιμακώσουν τις κινήσεις τους όταν αποσαφηνιστούν οι πραγματικές οικονομικές συνέπειες των αμερικανικών μέτρων.

Κίνδυνος μόνιμης επιβάρυνσης για τις αγορές

Ο καθηγητής Λογιστικής και Ελέγχου στο IESE Business School της Βαρκελώνης, Μάρτιν Τζέικομπ, εκτιμά ότι η επαναφορά των δασμών καταδεικνύει τη βούληση του Λευκού Οίκου να μετατρέψει τους δασμούς στις εισαγωγές σε ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής.

«Τα τελευταία μέτρα αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από ακόμη μία βραχυπρόθεσμη διαπραγματευτική κίνηση», σημείωσε.

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Ebury, Μάθιου Ράιαν, προειδοποίησε ότι η μεγαλύτερη διάρκεια των νέων δασμών ενδέχεται να δημιουργήσει πιο μόνιμες διαρθρωτικές πιέσεις στις αγορές.

«Μετά από μια σύντομη παύση, η λέξη "δασμοί" βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο των ανησυχιών των επενδυτών», ανέφερε.

«Η προσφυγή στο Άρθρο 301 εξαλείφει τη νομική αδυναμία που επέτρεψε στο Ανώτατο Δικαστήριο να ακυρώσει τον προηγούμενο γύρο εισαγωγικών δασμών. Τώρα που αυτή η νομική δίοδος έχει κλείσει, οι αγορές ίσως χρειαστεί να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τους δασμούς ως έναν μόνιμο ανασταλτικό παράγοντα για την παγκόσμια ανάπτυξη και όχι ως έναν προσωρινό κίνδυνο που θα μπορούσε να αρθεί μέσω διαπραγματεύσεων».

Ο Ράιαν πρόσθεσε ότι το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται πλέον στην ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς την επόμενη εβδομάδα.

Η πρόσφατη άνοδος των τιμών του πετρελαίου αυξάνει το ενδεχόμενο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) να προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων αργότερα μέσα στο έτος. Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες η Fed θα διατηρούσε αμετάβλητα τα επιτόκια έως το τέλος του έτους και θα ξεκινούσε μειώσεις το 2027.

Κατά τον Ράιαν, οι υπεύθυνοι χάραξης της νομισματικής πολιτικής είναι πιθανό να διατηρήσουν ανοικτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης των επιτοκίων, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχυθούν περαιτέρω.