Οι εταιρείες που εξετάζεται να συμπεριληφθούν στη νέα λίστα εμφανίζουν συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 20 δισ. δολάρια και απασχολούν περισσότερους από 265.000 εργαζομένους. Για να τεθεί σε ισχύ το νέο πακέτο απαιτείται, ωστόσο, η ομόφωνη έγκριση και των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Νέα προσπάθεια αύξησης της πίεσης προς τη Ρωσία
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική των Βρυξελλών για περαιτέρω οικονομική και πολιτική πίεση προς τη Μόσχα, με στόχο –όπως εκτιμούν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι– να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επιστροφή της Ρωσίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επικρατεί η εκτίμηση ότι ο συνδυασμός της στρατιωτικής ενίσχυσης της Ουκρανίας και της επιβράδυνσης της ρωσικής οικονομίας, η οποία εμφανίζει χαμηλότερες προοπτικές ανάπτυξης για το 2026, ενδέχεται να αυξήσει την πίεση προς το Κρεμλίνο.
Παράλληλα, οι εξελίξεις αποκτούν και αμερικανική διάσταση, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επαναφέρει το ουκρανικό στο επίκεντρο της ατζέντας του, δηλώνοντας ότι θα ενισχύσει περαιτέρω την αεράμυνα του Κιέβου και υποδεχόμενος στην Ουάσιγκτον τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Στο στόχαστρο συγκεκριμένες επιχειρήσεις
Σε αντίθεση με προηγούμενα πακέτα κυρώσεων, που επικεντρώνονταν σε ολόκληρους οικονομικούς κλάδους ή βασικά προϊόντα της ρωσικής οικονομίας, το νέο σχέδιο επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (EEAS), εξακολουθούν να υποστηρίζουν το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.
Η κατάρτιση της λίστας βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και αρκετούς μήνες, με τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες να επιχειρούν να εντοπίσουν εταιρείες που μέχρι σήμερα δεν έχουν συμπεριληφθεί στα περιοριστικά μέτρα της ΕΕ.
Παρότι ο αριθμός των επιχειρήσεων που θα βρεθούν αντιμέτωπες με κυρώσεις αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι συνολικές οικονομικές επιπτώσεις θα είναι μικρότερες σε σχέση με προηγούμενα πακέτα, τα οποία είχαν πλήξει καίριους τομείς, όπως η ρωσική πετρελαϊκή βιομηχανία και το τραπεζικό σύστημα.
Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης αρνήθηκε να σχολιάσει τις πληροφορίες του Bloomberg.
Δύσκολες διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών
Η διαδικασία δεν αναμένεται εύκολη, καθώς αρκετές κυβερνήσεις κρατών-μελών εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε νέες κυρώσεις, ζητώντας εξαιρέσεις προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις στις εθνικές τους οικονομίες.
Για τον λόγο αυτό, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ενημέρωσαν ήδη τους μόνιμους αντιπροσώπους των κρατών-μελών ότι το σχέδιο θα αποσταλεί τις επόμενες εβδομάδες, ώστε να υπάρξει επαρκής χρόνος αξιολόγησης πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης.
Στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της EEAS είναι η επίσημη έγκριση του πακέτου στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ τον Οκτώβριο.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες επεξεργάζονται και νέα περιοριστικά μέτρα που σχετίζονται με τις αναγκαστικές μεταφορές Ουκρανών παιδιών από κατεχόμενες περιοχές, τα οποία επίσης θα μπορούσαν να εγκριθούν μέσα στο φθινόπωρο.
Το σχέδιο προωθείται εν μέσω νέας κλιμάκωσης
Οι συζητήσεις για τις νέες κυρώσεις πραγματοποιούνται σε μια περίοδο που οι πολεμικές επιχειρήσεις κλιμακώνονται εκ νέου.
Η Ουκρανία συνεχίζει να πλήττει με drones και πυραύλους διυλιστήρια και εγκαταστάσεις καυσίμων βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, ενώ η Ρωσία εξακολουθεί να εξαπολύει μαζικές επιθέσεις εναντίον μεγάλων ουκρανικών πόλεων, ασκώντας σημαντική πίεση στα αποθέματα αντιαεροπορικών πυραύλων του Κιέβου.
Ταυτόχρονα, η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αναλάβει νέα διπλωματική πρωτοβουλία, σε συνεργασία με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με στόχο την επανεκκίνηση ειρηνευτικών συνομιλιών με τη Μόσχα.
Παράλληλα, η ομάδα του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, έχει πραγματοποιήσει επαφές με το Κρεμλίνο, επιδιώκοντας να δημιουργήσει δίαυλο επικοινωνίας ενόψει πιθανών διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου.
Ωστόσο, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εξακολουθεί να απορρίπτει τις εκκλήσεις για κατάπαυση του πυρός, υποστηρίζοντας ότι μια εκεχειρία θα επέτρεπε στην Ουκρανία να ανασυντάξει τις στρατιωτικές της δυνάμεις και να ενισχύσει την άμυνά της.
Η Μόσχα συνεχίζει να θέτει ως βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία την παραχώρηση ουκρανικών εδαφών, κυρίως στην περιοχή του Ντονέτσκ, όρο που το Κίεβο απορρίπτει κατηγορηματικά, διατηρώντας τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο.



