«Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας αποτελούν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της ανάγκης η Γερμανία να κάνει περισσότερα για να διασφαλίσει τη δική της άμυνα», δηλώνει ο πρόεδρος του ifo, Κλέμενς Φουστ. «Σε περίπτωση πολέμου, οι οικονομικές επιπτώσεις θα ήταν πολύ μεγαλύτερες».
Κατά την προεκλογική περίοδο, ιδίως τα κόμματα AfD και BSW τάχθηκαν υπέρ της μείωσης των αμυντικών δαπανών προς όφελος υψηλότερων κοινωνικών δαπανών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Φουστ αναφέρεται στη συζήτηση γύρω από την Απόφαση του ΝΑΤΟ για τη «διπλή κατεύθυνση» τη δεκαετία του 1980, όταν ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ επέμεινε στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στη Γερμανία. Και αυτή, όπως επισημαίνει, ήταν μια επένδυση στην ειρήνη, η οποία επέτρεψε στη Γερμανία να συνεχίσει να ευημερεί οικονομικά.
Ωστόσο, ο Φουστ ασκεί κριτική και στο επιχείρημα ότι οι αμυντικές δαπάνες λειτουργούν ως οικονομικό κίνητρο για τη γερμανική βιομηχανία. «Βραχυπρόθεσμα, οι αμυντικές συμβάσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διατήρηση της ζήτησης, δεδομένης της αδρανούς παραγωγικής δυναμικότητας – όμως το ίδιο ισχύει και για τις υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, άλλοι κλάδοι θα αντιμετωπίσουν έλλειψη μηχανικών και άλλων εργαζομένων υψηλής κατάρτισης, οι οποίοι θα απασχολούνται στην αμυντική βιομηχανία», δήλωσε ο Φουστ.
Σύμφωνα με τον Φουστ, σημαντικές επιπτώσεις σε επίπεδο μακροοικονομίας προκύπτουν κυρίως όταν τα κονδύλια κατευθύνονται στην έρευνα και ανάπτυξη. Πολλές τεχνολογίες έχουν τόσο στρατιωτικές όσο και πολιτικές εφαρμογές, ενώ και άλλοι κλάδοι επωφελούνται μέσω της μεταφοράς τεχνογνωσίας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, μόνο ένα σχετικά μικρό μέρος του αμυντικού προϋπολογισμού της Γερμανίας κατευθύνεται σήμερα στην έρευνα.






