Στις 5 Αυγούστου, το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι αυξάνει περίπου κατά 20% τις ημερήσιες αγορές ξένων νομισμάτων και χρυσού. Οι αγορές αυξήθηκαν από 5,4 δισ. ρούβλια ημερησίως τον Ιούλιο, ποσό που αντιστοιχούσε τότε σε περίπου 69 εκατ. δολάρια, σε 6,5 δισ. ρούβλια.
Η κίνηση αυτή είχε άμεσο αντίκτυπο στην αγορά συναλλάγματος. Το ρούβλι, που στις αρχές Αυγούστου βρισκόταν περίπου στα 80 ανά δολάριο, υποχώρησε σε επίπεδα άνω των 85 στα μέσα του μήνα, καταγράφοντας τη χαμηλότερη ισοτιμία του από τον Μάρτιο.
Όταν το ισχυρό ρούβλι γίνεται πρόβλημα
Υπό κανονικές συνθήκες, ένα ισχυρό νόμισμα θεωρείται πλεονέκτημα για μια οικονομία. Καθιστά φθηνότερες τις εισαγωγές, περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις και μειώνει την ανάγκη για υψηλά επιτόκια.
Για τη Ρωσία, ωστόσο, η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική. Η ισχυρή ισοτιμία του ρουβλίου μειώνει την αξία των εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου όταν αυτά μετατρέπονται σε εθνικό νόμισμα.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό για τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αντιστοιχούν περίπου στο 20% των συνολικών κρατικών εσόδων.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, η μέση ισοτιμία του ρουβλίου διαμορφώθηκε στα 77 ρούβλια ανά δολάριο, ενώ ο ρωσικός προϋπολογισμός είχε καταρτιστεί με την παραδοχή ότι η ισοτιμία θα βρισκόταν στα 92 ρούβλια ανά δολάριο.
Αυτό σημαίνει ότι τα δολαριακά έσοδα των Ρώσων εξαγωγέων πετρελαίου, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι κρατικές επιχειρήσεις ή συνδέονται στενά με το κράτος, μετατράπηκαν σε λιγότερα ρούβλια από όσα είχε υπολογίσει η κυβέρνηση.
Πετρέλαιο ακριβότερο, αλλά τα έσοδα μειώνονται
Η εικόνα περιπλέκεται από την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Ο πόλεμος στον Κόλπο, οι αναταράξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και οι διαταραχές στη διεθνή διακίνηση πετρελαίου έχουν οδηγήσει τις τιμές υψηλότερα.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, η μέση τιμή του πετρελαίου που χρησιμοποίησε η ρωσική κυβέρνηση για τον υπολογισμό των φορολογικών εσόδων διαμορφώθηκε στα 68 δολάρια το βαρέλι, έναντι πρόβλεψης 59 δολαρίων στον προϋπολογισμό.
Παρά το γεγονός ότι η τιμή του πετρελαίου κινήθηκε υψηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο περιορίστηκαν στα 3,7 τρισ. ρούβλια, καταγράφοντας πτώση 23% σε ετήσια βάση.
Την ίδια στιγμή, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ρωσίας κατά το πρώτο εξάμηνο έφτασε τα 5,7 τρισ. ρούβλια, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,5% του ετήσιου ΑΕΠ. Πρόκειται για επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από την αρχική πρόβλεψη των 3,8 τρισ. ρουβλίων, ή 1,6% του ΑΕΠ, για το σύνολο του έτους.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα ακόμη ισχυρότερο ρούβλι θα ασκούσε πρόσθετη πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Αναζητούν έσοδα και από άλλες πηγές
Η προσπάθεια της κυβέρνησης να ενισχύσει τα δημοσιονομικά έσοδα δεν περιορίζεται στην αγορά ξένου συναλλάγματος και χρυσού.
Το ρωσικό κοινοβούλιο έχει ήδη παραχωρήσει στο υπουργείο Οικονομικών τη δυνατότητα να αυξάνει τον κρατικό δανεισμό πέραν του ορίου που προβλέπει ο νόμος, χωρίς να απαιτείται νέα κοινοβουλευτική έγκριση.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει στραφεί και προς τις επιχειρήσεις, ζητώντας από Ρώσους επιχειρηματίες να καταβάλλουν «εθελοντικές» εισφορές στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Μέρος των κεφαλαίων αυτών προορίζεται και για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με ιδιωτική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο μεταξύ του Βλαντίμιρ Πούτιν και επιχειρηματιών και κατά την οποία συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, η επιβολή έκτακτου φόρου στα κέρδη προηγούμενων ετών.
Από τις αρχές του έτους, οι επιχειρηματίες που ανταποκρίθηκαν σε αυτή την έκκληση έχουν καταβάλει συνολικά 384 δισ. ρούβλια.
Το δίλημμα της Μόσχας
Η ελεγχόμενη αποδυνάμωση του ρουβλίου μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική ανάσα, αυξάνοντας την αξία των εξαγωγικών εσόδων σε εθνικό νόμισμα. Ωστόσο, το μέτρο συνοδεύεται από σημαντικές οικονομικές παρενέργειες.
Ένα ασθενέστερο ρούβλι καθιστά ακριβότερες τις εισαγωγές, ενισχύει τον πληθωρισμό και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Οι πληθωριστικές πιέσεις είναι ήδη έντονες. Ο πληθωρισμός έφτασε στο 6% τον Ιούνιο, με μέρος της αύξησης να αποδίδεται στις ελλείψεις βενζίνης που προκλήθηκαν από ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές υποδομές.
Μια περαιτέρω υποχώρηση του ρουβλίου θα μπορούσε, επομένως, να τροφοδοτήσει ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Το δίλημμα για τη Μόσχα είναι σαφές: ένα ισχυρό ρούβλι στηρίζει την αγοραστική δύναμη και συγκρατεί τον πληθωρισμό, αλλά περιορίζει τα έσοδα του προϋπολογισμού, ένα ασθενέστερο νόμισμα ενισχύει τα κρατικά έσοδα από τις εξαγωγές, αλλά αυξάνει το κόστος για την οικονομία και τα ρωσικά νοικοκυριά.



