Όπως μεταδίδει το Bloomberg, οι υπουργοί Οικονομικών, κατά τη συνεδρίασή τους στο Λουξεμβούργο, έδωσαν το πράσινο φως στο πακέτο για την Ενοποίηση και Εποπτεία των Αγορών (Markets Integration and Supervision Package – MISP). Η πρόταση προβλέπει την ανάθεση περισσότερων εποπτικών αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), η οποία εδρεύει στο Παρίσι.
Κεντρική επιδίωξη της μεταρρύθμισης είναι να περιοριστούν τα εθνικά εμπόδια που διατηρούν κατακερματισμένες τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές και δυσχεραίνουν τη μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ των κρατών-μελών. Η υφιστάμενη κατάσταση περιορίζει τις δυνατότητες χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και αποτελεί τροχοπέδη στην αξιοποίηση επενδυτικών ευκαιριών.
Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, η Ιρλανδία, η οποία ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ, παρουσίασε συμβιβαστική πρόταση με στόχο να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των κυβερνήσεων. Βασικό σημείο τριβής αποτέλεσαν τα κριτήρια βάσει των οποίων οι μεγάλες χρηματοπιστωτικές οντότητες θα περνούν υπό την άμεση εποπτεία της ESMA, καθώς και οι εξαιρέσεις που θα ισχύουν. Μεταξύ των φορέων που προβλέπεται να εξαιρεθούν συγκαταλέγεται η γερμανική Deutsche Boerse.
Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν, επίσης, στις αρμοδιότητες του νέου εκτελεστικού συμβουλίου που θα αναλάβει τη διοίκηση της ESMA, αλλά και στον τρόπο χρηματοδότησης της αρχής, καθώς η διεύρυνση του εποπτικού της ρόλου συνεπάγεται πρόσθετες απαιτήσεις.
Οι ενστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Παρά την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των υπουργών Οικονομικών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε σαφείς επιφυλάξεις για το συμβιβαστικό κείμενο.
Η επίτροπος Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, Maria Luís Albuquerque, εκτίμησε ότι οι αλλαγές αποδυναμώνουν το σύστημα διακυβέρνησης της ESMA, προσθέτουν περιττά επίπεδα πολυπλοκότητας και περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της εποπτείας.
Όπως προειδοποίησε, η προτεινόμενη δομή ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής με υψηλότερο κόστος λειτουργίας και μεγαλύτερη γραφειοκρατία, χωρίς να εξασφαλίζεται η απαιτούμενη αποτελεσματικότητα.
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτή την προσέγγιση», δήλωσε, εκφράζοντας παράλληλα την προσδοκία ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα προωθήσει μια πιο φιλόδοξη εκδοχή της μεταρρύθμισης στα επόμενα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας.
Επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί αρχικά και από τη Γαλλία, η οποία, ωστόσο, τελικά αποδέχθηκε τον συμβιβασμό.
Από την πλευρά της, η ιρλανδική προεδρία υποστήριξε ότι το τελικό κείμενο διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής πρότασης της Κομισιόν και υπηρετεί τους βασικούς της στόχους, παρά τις παραχωρήσεις που κρίθηκαν αναγκαίες για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κρατών-μελών.
Το μεγάλο στοίχημα της ενιαίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς
Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση εντάσσεται στη συνολικότερη προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαμορφώσει μια πραγματικά ενιαία κεφαλαιαγορά, ικανή να διοχετεύει περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια στη χρηματοδότηση επενδύσεων και να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι προσπάθειες για την άρση των εθνικών περιορισμών συνεχίζονται εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια, χωρίς να έχει επιτευχθεί η επιθυμητή πρόοδος. Οι διαφορετικές αντιλήψεις των κρατών-μελών σχετικά με τον βαθμό συγκέντρωσης των εποπτικών αρμοδιοτήτων και τη διατήρηση του εθνικού ελέγχου επί των χρηματοπιστωτικών αγορών εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εμπόδιο.
Υπερασπιζόμενος τη συμφωνία, ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας, Simon Harris, σημείωσε ότι οι κυβερνήσεις βρίσκονται μπροστά σε μια επιλογή: είτε να περιμένουν την επίτευξη μιας ιδανικής συμφωνίας είτε να προχωρήσουν σε έναν συμβιβασμό που μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.
Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία των υπουργών δεν σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης. Το συμφωνηθέν κείμενο θα τεθεί τους επόμενους μήνες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προτού ακολουθήσει η διαδικασία της τελικής έγκρισης.
Η έκβαση των διαπραγματεύσεων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το εύρος των αρμοδιοτήτων που θα αποκτήσει τελικά η ESMA και, κατ’ επέκταση, το κατά πόσο η νέα εποπτική δομή θα μπορέσει να συμβάλει ουσιαστικά στην ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών.



