Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι περιφερειακές τιμές έχουν εκτοξευθεί φέτος, ως αποτέλεσμα της επιβολής δασμού 50% από τον Τραμπ στις εισαγωγές του μετάλλου, που χρησιμοποιείται σε βιομηχανίες όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η συσκευασία. Το λεγόμενο Midwest premium - το πρόσθετο κόστος πάνω από την τιμή του Λονδίνου για παράδοση στις ΗΠΑ - έχει αυξηθεί κατά 177% και βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα ετών, πάνω από 70 σεντς ανά λίβρα.
Η τιμή στο Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου (LME), το παγκόσμιο σημείο αναφοράς, έχει επίσης ενισχυθεί κατά περίπου 17% από το χαμηλό του Απριλίου, μετά το πακέτο δασμών που ανακοίνωσε ο Τραμπ.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η έλλειψη προσφοράς — λόγω περιορισμών στην παραγωγή στην Κίνα και περιορισμένων δυνατοτήτων τήξης αλλού στον κόσμο — σε συνδυασμό με την αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση, ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο των τιμών. Τα αποθέματα αλουμινίου στο δίκτυο αποθηκών του LME στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική έχουν μειωθεί κοντά σε ιστορικά χαμηλά, ενώ αυτά στο χρηματιστήριο της Σαγκάης έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 50% από τις αρχές Απριλίου.
«Λόγω της συνεχιζόμενης ζήτησης από τα μέτρα τόνωσης της Κίνας, σε συνδυασμό με την περιορισμένη παραγωγή, αναμένουμε αύξηση των τιμών του αλουμινίου μέχρι το τέλος του έτους», δήλωσε ο Thomas Strobel, στρατηγικός αναλυτής επενδύσεων στην UniCredit. «Η αύξηση των εισαγωγών στις ΗΠΑ και τα χαμηλά αποθέματα παγκοσμίως θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασφυξία στην αγορά».
Οι αναλυτές της Bank of America εκτιμούν ότι το πλεόνασμα αλουμινίου φέτος θα μετατραπεί σε έλλειμμα έως το 2026, προβλέποντας ότι οι τιμές θα μπορούσαν να φτάσουν τα 3.000 δολάρια ανά τόνο μέχρι το τέλος του 2026, από λίγο πάνω από 2.700 δολάρια σήμερα.
Στις ΗΠΑ, «το Midwest premium έχει αναπροσαρμοστεί λόγω των δασμών και όχι λόγω κάποιας αύξησης στη ζήτηση», ανέφερε ο Alastair Munro, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής μετάλλων στη Marex. «Τα ευρωπαϊκά premiums αυξήθηκαν λόγω της μετατόπισης των γεωγραφικών ροών και της συνακόλουθης έλλειψης προσφοράς».
Η στενότητα στην αγορά επιδεινώθηκε από τους κινεζικούς περιορισμούς παραγωγής, που τέθηκαν το 2017 για την αντιμετώπιση της βιομηχανικής υπερπαραγωγής, και καθόρισαν ετήσιο όριο παραγωγής στους 45 εκατ. τόνους.
Καθώς η Κίνα πλησιάζει το όριο αυτό, η χώρα αναμένεται να καταστεί καθαρός εισαγωγέας μετάλλου, σύμφωνα με τη Rachel Zhang, επικεφαλής ερευνών υλικών Κίνας στη Morgan Stanley. «Πρόκειται για μια βιομηχανία που ιστορικά είχε πλεόνασμα, αλλά μπαίνουμε σε έλλειμμα», είπε.
Η εκτόξευση των τιμών ενέργειας στην Ευρώπη, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οδήγησε σε κλείσιμο αρκετών μονάδων τήξης αλουμινίου, ενώ η παραγωγή σε χώρες όπως η Ινδονησία και η Ινδία καθυστέρησε να αυξηθεί.
«Αυτός ο κινεζικός περιορισμός παραγωγής έχει αλλάξει ουσιαστικά την αγορά», τόνισε ο David Wilson, διευθυντής στρατηγικής εμπορευμάτων στην BNP Paribas. «Είναι η πρώτη φορά εδώ και 20 χρόνια που η αγορά πρέπει να αναρωτηθεί “από πού θα προέλθει η επόμενη προσφορά;”».
Η στενότητα στην αγορά ενισχύθηκε επίσης από traders που έλαβαν πολύ μεγάλες θέσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του LME, αυτή τη στιγμή ένας συμμετέχων κατέχει πάνω από το 90% του διαθέσιμου αλουμινίου στο δίκτυο αποθηκών. Η ποσότητα που αποθηκεύεται είναι περίπου στο μισό σε σχέση με πέρυσι, ενώ στα τέλη Αυγούστου περίπου το μισό από το μέταλλο στις αποθήκες ήταν ρωσικής προέλευσης. Παρά την προσπάθεια κάποιων αγοραστών να αποφύγουν τις ρωσικές εξαγωγές μετά την εισβολή στην Ουκρανία, αναλυτές σημειώνουν ότι το ρωσικό αλουμίνιο καλύπτει μέρος της κινεζικής ζήτησης.
«Το ρωσικό αλουμίνιο βρίσκει ολοένα και περισσότερο νέα αγορά στην Κίνα», δήλωσε ο Neil Welsh, επικεφαλής μετάλλων στην Britannia Global Markets.
Σύμφωνα με τη Yasemin Esmen, της Fastmarkets, το Midwest premium στις ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς οι επιχειρήσεις και οι traders θα επανέλθουν σε υψηλότερα επίπεδα δραστηριότητας μετά το θερινό διάλειμμα, δεδομένων των περιορισμένων εγχώριων αποθεμάτων.
Χάρη στους νέους δασμούς εισαγωγής των ΗΠΑ, το αλουμίνιο από τον Καναδά, τον μεγαλύτερο προμηθευτή των ΗΠΑ, κατευθύνεται όλο και λιγότερο προς τον νότιο γείτονα, σύμφωνα με την Fastmarkets.
Ωστόσο, τα απορρίμματα αλουμινίου, που δεν υπόκεινται στους δασμούς του Τραμπ, εισάγονται στις ΗΠΑ ως τρόπος παράκαμψης των επιβαρύνσεων. «Σκραπ αλουμινίου από όλο τον κόσμο διοχετεύεται στις ΗΠΑ και ξανατήκεται εκεί», δήλωσε η Esmen.







