Παράλληλα, κατηγόρησε τον οικονομολόγο Γκαμπριέλ Ζικμάν, αρχιτέκτονα του σχεδίου, ως «ακροαριστερό ιδεολόγο» που προωθεί «ψευδοακαδημαϊκή αρμοδιότητα» για να διαλύσει το φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα.
Ο φόρος, ο οποίος θα επιβληθεί σε περιουσίες άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ, έχει αποκτήσει πολιτική δυναμική στη Γαλλία, με τον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκορνί να αντιμετωπίζει πιέσεις από το Σοσιαλιστικό Κόμμα να τον εντάξει στον προϋπολογισμό του 2026, υπό τον κίνδυνο πρότασης μομφής που θα μπορούσε να απειλήσει την κυβέρνηση.
Στη συνέντευξή του στους Sunday Times, ο Αρνό υποστήριξε ότι η συζήτηση γύρω από τον φόρο δεν είναι τεχνική ή οικονομική, αλλά «σαφώς εκφρασμένη επιθυμία να καταστραφεί η γαλλική οικονομία».
Από την πλευρά του, ο Γκαμπριέλ Ζικμάν αρνήθηκε τις κατηγορίες, επισημαίνοντας ότι δεν έχει καμία σχέση με ακτιβιστικά κινήματα ή πολιτικά κόμματα και ότι η εργασία του βασίζεται σε έρευνα και όχι σε ιδεολογία. Ο καθηγητής, που διδάσκει στη γαλλική École Normale Supérieure και στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, ήταν επίσης μέλος των 300 οικονομολόγων που υποστήριξαν δημόσια την οικονομική πλατφόρμα της αριστερής συμμαχίας Νέο Λαϊκό Μέτωπο πριν από τις βουλευτικές εκλογές.
Ο Ζικμάν έχει υποστηρίξει ότι οι υπερπλούσιοι πληρώνουν αναλογικά λιγότερους φόρους σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, και ο προτεινόμενος φόρος στοχεύει να διορθώσει αυτή την ανισότητα. Η πρόταση έχει ευρεία λαϊκή στήριξη, με δημοσκόπηση του Ifop για λογαριασμό του Σοσιαλιστικού Κόμματος να δείχνει ότι το 86% των ερωτηθέντων συμφωνεί με την επιβολή του.
Η αντιπαράθεση αυτή έρχεται σε μια στιγμή αυξημένης πολιτικής έντασης στη Γαλλία, καθώς η κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ κοινωνικών πιέσεων και ανησυχιών της επιχειρηματικής κοινότητας.







