Συγκεκριμένα, η εταιρεία κατέγραψε κέρδη 957 εκατ. δολαρίων από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, σημειώνοντας αύξηση 59% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2024. Παράλληλα, συγκέντρωσε 71,5 δισ. δολάρια σε νέο κεφάλαιο, ανεβάζοντας τη συνολική αξία των διαχειριζόμενων περιουσιακών στοιχείων στα 1,27 τρισ. δολάρια.
Τα οικονομικά αποτελέσματα της Blackstone αναδεικνύουν την τάση των μεγαλύτερων εταιρειών ιδιωτικού κεφαλαίου να συγκεντρώνουν κεφάλαια με υψηλούς ρυθμούς, ενώ τα μικρότερα funds αντιμετωπίζουν αυξανόμενο ανταγωνισμό.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η απόδοση των κεφαλαίων υποδομών της εταιρείας, με αποτιμήσεις που αυξήθηκαν κατά 8,4% στο δ’ τρίμηνο. Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται, εν μέρει, στον φορέα εκμετάλλευσης data centers QTS, τον οποίο η Blackstone απέκτησε το 2021 και τώρα επωφελείται από την αυξανόμενη ζήτηση για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Η Blackstone κατέχει την QTS και μέσω του επενδυτικού ταμείου ακινήτων BREIT, το οποίο απέδωσε 8,1% το 2025, ανακάμπτοντας μετά από μια δύσκολη διετία που ξεκίνησε στα τέλη του 2022, όταν οι επενδυτές απέσυραν κεφάλαια εν μέσω πτώσης των τιμών ακινήτων και αύξησης των επιτοκίων.
Τα διανεμητέα κέρδη αυξήθηκαν κατά 3% σε 2,2 δισ. δολάρια, προσφέροντας περισσότερα κεφάλαια για τη διανομή μερισμάτων στους μετόχους.
Στο επενδυτικό μέτωπο, η Blackstone δαπάνησε 42 δισ. δολάρια για αγορές, μεταξύ των οποίων η ιαπωνική εταιρεία στελέχωσης μηχανικών TechnoPro, και δεσμεύτηκε να επενδύσει επιπλέον 23 δισ. δολάρια σε μεγάλες εξαγορές, συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας κατασκευής ιατρικών συσκευών Hologic.
Η απόδοση αυτή επιβεβαιώνει τη θέση της Blackstone ως ηγέτη στον χώρο των εναλλακτικών επενδύσεων, με ισχυρά θεμελιώδη, αυξημένη ζήτηση για τεχνολογικές υποδομές και στρατηγικές εξαγορές που ενισχύουν την ανάπτυξή της.



