Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης διαπιστώνει ότι η άμεση σύνδεση μεταξύ των τραπεζών και του κρατικού χρέους είναι σήμερα σαφώς ασθενέστερη σε σχέση με την περίοδο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Ωστόσο, η αλληλεξάρτηση δεν έχει εξαλειφθεί, αλλά έχει λάβει διαφορετική μορφή, με τον κίνδυνο να μετατοπίζεται περισσότερο προς την ευαισθησία των τραπεζικών χαρτοφυλακίων στις μεταβολές των επιτοκίων και των αποδόσεων των ομολόγων.
Για την Ελλάδα, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η ιδιαίτερα μεγάλη διάρκεια των κρατικών ομολόγων που διακρατούν οι τράπεζες. Το 71% των κρατικών τίτλων στα χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών έχει διάρκεια άνω των πέντε ετών, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζικών συστημάτων.
Η συγκεκριμένη σύνθεση σημαίνει ότι, σε περίπτωση περαιτέρω ανόδου των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, τα χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές των επιτοκίων.
Αυξήθηκαν κατά 44% τα κρατικά ομόλογα των ευρωπαϊκών τραπεζών
Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η περιορισμένη πλέον σύνδεση τραπεζών και κρατών δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μειώσει την έκθεσή τους στο κρατικό χρέος. Αντιθέτως, τα χαρτοφυλάκια κρατικών τίτλων αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Τον Ιούνιο του 2026 ανέρχονταν σε 4,54 τρισ. ευρώ, έναντι 3,14 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2022, καταγράφοντας αύξηση 44%.
Η συνολική έκθεση αντιστοιχεί πλέον στο 264% των κεφαλαίων CET1, έναντι 214% το 2022, ενώ ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού διαμορφώνεται στο 14,7%, από 11,6% το 2022. Και οι δύο δείκτες βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2019.
Σύμφωνα με την DBRS, η αύξηση των τοποθετήσεων σε κρατικούς τίτλους συνδέεται κυρίως με τρεις παράγοντες: την ανάγκη των τραπεζών να διατηρούν επαρκές απόθεμα υψηλής ποιότητας ρευστών στοιχείων ενεργητικού, ιδιαίτερα μετά τη μείωση των αποθεματικών στις κεντρικές τράπεζες, τις υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων που ενίσχυσαν τα έσοδα από τόκους και την ευνοϊκή εποπτική μεταχείριση του κρατικού χρέους.
Η θέση της Ελλάδας
Οι ελληνικές τράπεζες κατατάσσονται αρκετά ψηλά ως προς την έκθεση σε κρατικά ομόλογα σε σχέση με τα κεφάλαια CET1. Η έκθεση βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά χαμηλότερα από εκείνη των τραπεζικών συστημάτων της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, τα οποία εμφανίζουν τις υψηλότερες σχετικές τοποθετήσεις.
Την ίδια στιγμή, η Morningstar DBRS αναδεικνύει ως θετική εξέλιξη τη μείωση της εξάρτησης των τραπεζών από το δημόσιο χρέος της χώρας τους.
Το λεγόμενο «home bias», δηλαδή το ποσοστό των εγχώριων κρατικών ομολόγων στο συνολικό χαρτοφυλάκιο κρατικού χρέους, υποχώρησε στην ΕΕ και στον ΕΟΧ στο 43% τον Ιούνιο του 2026, από 53% το 2021.
Αντίθετα, οι τοποθετήσεις των τραπεζών σε κρατικά ομόλογα άλλων χωρών της ΕΕ και του ΕΟΧ αυξήθηκαν σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, στο 33%.
Η μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση θεωρείται από την DBRS ένας από τους βασικούς παράγοντες που έχουν περιορίσει την ένταση του παραδοσιακού φαύλου κύκλου μεταξύ κρατικού και τραπεζικού κινδύνου. Για την Ελλάδα, το home bias έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2019, αν και παραμένει υψηλότερο από εκείνο ορισμένων μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών.
Ο κίνδυνος μετατοπίζεται στα επιτόκια
Κατά τη Morningstar DBRS, η βασική διαφοροποίηση σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις είναι ότι ο κίνδυνος για τις τράπεζες δεν συνδέεται πλέον στον ίδιο βαθμό με την πιθανότητα ζημιών από ενδεχόμενη επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός κράτους.
Αντίθετα, μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η αποτίμηση των ομολόγων και η ευαισθησία των χαρτοφυλακίων στις μεταβολές των επιτοκίων.
Σε επίπεδο ΕΕ και ΕΟΧ, το 46% των κρατικών ομολόγων που διακρατούν οι τράπεζες έχει διάρκεια άνω των πέντε ετών, έναντι 42% το 2019. Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής κατάταξης, με ποσοστό 71%, γεγονός που συνεπάγεται υψηλότερη διάρκεια και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη ευαισθησία των χαρτοφυλακίων στις μεταβολές των αποδόσεων.
Ωστόσο, η άμεση λογιστική επίπτωση από τις διακυμάνσεις των τιμών περιορίζεται σημαντικά από τον τρόπο αποτίμησης των τίτλων. Περίπου το 59% των κρατικών ομολόγων των ευρωπαϊκών τραπεζών αποτιμάται στο αποσβεσμένο κόστος, έναντι 41% το 2019.
Ως αποτέλεσμα, οι μεταβολές στις τιμές των συγκεκριμένων τίτλων δεν μεταφέρονται άμεσα στα αποτελέσματα ή στα ίδια κεφάλαια των τραπεζών. Παρ' όλα αυτά, περίπου το 40% του συνολικού χαρτοφυλακίου εξακολουθεί να επηρεάζεται από την αποτίμηση στην αγορά.
Η Morningstar DBRS καταλήγει στην εκτίμηση ότι, παρά την αύξηση τόσο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων όσο και της συνολικής έκθεσης των τραπεζών σε κρατικό χρέος, οι επιπτώσεις για τις ευρωπαϊκές τράπεζες αναμένεται να παραμείνουν διαχειρίσιμες.



