Η εταιρεία κατέγραψε προσαρμοσμένα κέρδη ύψους 6,92 δισ. δολαρίων για το πρώτο τρίμηνο του έτους, ξεπερνώντας τις προβλέψεις των αναλυτών που ανέμεναν κέρδη 6,1 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG. Ξεχωριστή πρόβλεψη που είχε δημοσιοποιήσει η ίδια η εταιρεία τοποθετούσε τα αναμενόμενα κέρδη στα 6,36 δισ. δολάρια.
Για λόγους σύγκρισης, η Shell είχε εμφανίσει προσαρμοσμένα κέρδη 5,58 δισ. δολαρίων το αντίστοιχο διάστημα του 2025 και 3,26 δισ. δολάρια στο τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Ουάελ Σαουάν, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα αντικατοπτρίζουν τη «συνεχή έμφαση στη λειτουργική απόδοση», παρά την «άνευ προηγουμένου αναστάτωση στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας».
Παρά τα ισχυρά αποτελέσματα, η Shell ανακοίνωσε μείωση του προγράμματος επαναγοράς ιδίων μετοχών στα 3 δισ. δολάρια από 3,5 δισ. δολάρια το προηγούμενο τρίμηνο. Παράλληλα, αύξησε το μέρισμά της κατά 5%, στα 0,3906 δολάρια ανά μετοχή.
Τα αποτελέσματα έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες επωφελούνται από τη σημαντική άνοδο των τιμών των ορυκτών καυσίμων, μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Η παρατεταμένη αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ —κομβικό σημείο για τη διεθνή διακίνηση πετρελαίου— έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη απειλή ενεργειακής ασφάλειας στην ιστορία».
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί περίπου κατά 40% από την έναρξη της σύγκρουσης, αν και στην προηγούμενη συνεδρίαση σημείωσαν σημαντική πτώση λόγω προσδοκιών για πιθανή αποκλιμάκωση της έντασης.
Το καθαρό χρέος της Shell διαμορφώθηκε στα 52,6 δισ. δολάρια στο τέλος του πρώτου τριμήνου, αυξημένο από τα 45,7 δισ. δολάρια στο τέλος του 2025.
Ο αναλυτής της Quilter Cheviot Investment Management, Μαουρίτσιο Καρούλι, σχολίασε ότι τα αποτελέσματα της εταιρείας ξεπέρασαν τόσο τις προσδοκίες της αγοράς όσο και τις δικές του εκτιμήσεις. Ωστόσο, χαρακτήρισε ως «μικρό αρνητικό στοιχείο» την αύξηση του καθαρού χρέους, εξηγώντας ότι συνδέεται κυρίως με την άνοδο της αξίας των αποθεμάτων λόγω των υψηλότερων τιμών πετρελαίου.
Τον περασμένο μήνα, η Shell ανακοίνωσε επίσης συμφωνία εξαγοράς της καναδικής ενεργειακής εταιρείας ARC Resources, σε συμφωνία αξίας 16,4 δισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένου του χρέους και των μισθώσεων.
Ο Ουάελ Σαουάν χαρακτήρισε την ARC Resources —η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στη λεκάνη σχιστολιθικού αερίου Montney στις επαρχίες Βρετανικής Κολομβίας και Αλμπέρτα— ως έναν «υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους παραγωγό με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα», που θα ενισχύσει τη βάση πόρων της Shell για τις επόμενες δεκαετίες.
Οι μετοχές της Shell στο χρηματιστήριο του Λονδίνου καταγράφουν άνοδο περίπου 17% από τις αρχές του έτους, αν και υπολείπονται των επιδόσεων άλλων ενεργειακών κολοσσών όπως οι BP, TotalEnergies, Exxon Mobil και Chevron.



