• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Γραφείο Προϋπολογισμού: Πληθωρισμός +3% με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια
15:53 - 01 Οκτ 2026

Γραφείο Προϋπολογισμού: Πληθωρισμός +3% με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Την ανάγκη για στοχευμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, αντί οριζόντιων μειώσεων φόρων, αναδεικνύει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, επισημαίνοντας παράλληλα τους κινδύνους που δημιουργούν ο επίμονος πληθωρισμός, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η διεθνής αβεβαιότητα.

Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου, ο επικεφαλής του, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, υπογράμμισε ότι η στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων θα πρέπει να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε όσους επηρεάζονται περισσότερο από την ενεργειακή κρίση.

Σύμφωνα με την έκθεση, μέτρα όπως οι οριζόντιες μειώσεις στον ΦΠΑ ή στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης έχουν υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος και δεν εξασφαλίζουν στον ίδιο βαθμό στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων.

Περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος

Το ΓΠΚΒ επισημαίνει ότι η διεθνής αβεβαιότητα περιορίζει τα περιθώρια άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Σε αυτό το περιβάλλον, η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους και η δημοσιονομική σύνεση, σύμφωνα με την έκθεση, θα πρέπει να συνδυάζονται με πολιτικές που στηρίζουν την ανάπτυξη.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται κάθε πρόσθετο ευρώ δημοσιονομικού χώρου. Όπως σημειώνεται, για την αξιολόγηση ενός μέτρου δεν αρκεί μόνο το άμεσο δημοσιονομικό του κόστος, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται η επίδρασή του στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, καθώς και στην εξωστρέφεια της οικονομίας.

Ανάπτυξη 1,9% το 2026

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, το Γραφείο διατηρεί στο 1,9% την εκτίμησή του για την ανάπτυξη το 2026, με το εύρος των προβλέψεων να διαμορφώνεται μεταξύ 1,7% και 2%.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των κινδύνων που συνδέονται με το διεθνές οικονομικό περιβάλλον και τις ενεργειακές τιμές.

Σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας παραμένει ο πληθωρισμός. Ο κ. Τσουκαλάς εκτίμησε ότι θα παραμείνει πάνω από το 3% το 2026, ενώ το Γραφείο χαρακτηρίζει ιδιαίτερα αβέβαιες τις προβλέψεις για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες.

Τον Αύγουστο ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,7%, έναντι 3,2% στην ευρωζώνη. Η επίμονη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με την έκθεση, αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Παράλληλα, η αναζωπύρωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ διατηρούν τις τιμές της ενέργειας σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την περίοδο πριν από τη σύγκρουση, αυξάνοντας τους κινδύνους τόσο για τον πληθωρισμό όσο και για την οικονομική δραστηριότητα.

«Κλειδί» οι δημόσιες επενδύσεις

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΓΠΚΒ στη σύνθεση των δημόσιων δαπανών, υπογραμμίζοντας τη μεγαλύτερη και πιο διατηρήσιμη επίδραση των δημόσιων επενδύσεων στην οικονομία σε σχέση με τη δημόσια κατανάλωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, κάθε 1 ευρώ δημόσιας επένδυσης δημιουργεί περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε ορίζοντα δύο ετών και 2,25 ευρώ σε τρία χρόνια. Για τη δημόσια κατανάλωση, τα αντίστοιχα μεγέθη περιορίζονται σε 1,14 και 1,06 ευρώ.

Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις φαίνεται να λειτουργούν ενισχυτικά και για τις ιδιωτικές επενδύσεις, με την επίδρασή τους να μπορεί να φτάσει έως και τις δύο ποσοστιαίες μονάδες.

Το Γραφείο επισημαίνει έτσι ότι, ενώ βραχυπρόθεσμα η δημόσια κατανάλωση και οι δημόσιες επενδύσεις μπορεί να έχουν παρόμοια επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα οι επενδύσεις παρουσιάζουν υψηλότερη και πιο σταθερή συμβολή.

Ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους

Θετική παραμένει η εικόνα της χώρας και στο μέτωπο του δημόσιου χρέους. Το ΓΠΚΒ καταγράφει τη βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας, σημειώνοντας ότι Morningstar DBRS, R&I και Moody’s διατήρησαν τη βαθμίδα της χώρας, ενώ προχώρησαν σε θετική μεταβολή των προοπτικών, και η Scope αναβάθμισε την αξιολόγηση από BBB σε BBB+.

Στο επίκεντρο των αξιολογήσεων βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, η δημοσιονομική επίδοση, η αύξηση των επενδύσεων, η βελτίωση των τραπεζικών δεικτών και η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Το Γραφείο, ωστόσο, επισημαίνει ότι η πρόοδος δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Καθώς το ελληνικό χρέος μεταφέρεται σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές αναμένεται να είναι περισσότερο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.

Πρωτογενές πλεόνασμα 11,3 δισ. ευρώ

Στο δημοσιονομικό πεδίο, το ενοποιημένο πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου ανήλθε σε 11,3 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ, καταγράφοντας αύξηση περίπου 2 δισ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,04 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού ενισχύθηκαν κατά 4,9 δισ. ευρώ.

Υποχώρηση της ανεργίας

Βελτίωση καταγράφεται και στην αγορά εργασίας. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 9% ένα χρόνο νωρίτερα, με τον αριθμό των ανέργων να μειώνεται κατά περίπου 34.000.

Ωστόσο, το ΓΠΚΒ επισημαίνει τις σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών του πληθυσμού. Η ανεργία των γυναικών παραμένει υψηλότερη από εκείνη των ανδρών, ενώ στους νέους ανήλθε στο 15,4%.

Το επενδυτικό κενό παραμένει

Μακροπρόθεσμα, βασική πρόκληση για την ελληνική οικονομία αποτελεί η μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που θα μπορεί να στηρίζεται περισσότερο στις εγχώριες επενδύσεις και λιγότερο στην έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Παρά τη σημαντική βελτίωση, το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ευρωζώνη εξακολουθεί να υφίσταται.

Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να αποτυπώνει τις αδυναμίες της παραγωγικής και εξαγωγικής βάσης της χώρας.

Με βάση τις επισημάνσεις του Γραφείου, η επόμενη περίοδος απαιτεί προσεκτική διαχείριση του δημοσιονομικού χώρου, με έμφαση σε δαπάνες και παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Τελευταία τροποποίηση στις 01/10/2026 - 23:45