Το εύρημα, σύμφωνα με τους ανασκαφείς, χρονολογείται στο β’ μισό του 7ου αιώνα π.Χ., αποτελώντας σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα παγκόσμιας σημασίας. Η έκθεση στοχεύει στην κατανόηση ενός ιδιαίτερου ιστορικού γεγονότος της ταραχώδους περιόδου της Αθήνας, χωρίς να εγκλωβίζει τον επισκέπτη στη βιαιότητα της εικόνας. Εύρημα και χώρος αποτελούν ενότητα, εκεί που η αρχαιολογική έρευνα συναντά την ιστορία.
Η κατά χώραν έκθεση του ευρήματος αποτελεί σπάνια περίπτωση στον ελλαδικό χώρο. Κεντρική αρχή είναι η απόδοση της ιστορικής σημασίας του ευρήματος με σεβασμό προς τους νεκρούς. Το υπό κατασκευή κτήριο ανάδειξης των αρχαιοτήτων καλύπτει περίπου 920 τ.μ., διαθέτοντας διακριτή ταυτότητα και λιτή μορφή. Οι επισκέπτες οδηγούνται καθοδικά προς τον ημιυπαίθριο κυλινδρικό χώρο που ξεκινά από το έδαφος και βυθίζεται σταδιακά.
Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του κτηριακού κελύφους στοχεύει στη δημιουργία χώρου που προσκαλεί τον επισκέπτη να ενημερωθεί για τα ανασκαφικά ευρήματα και να προετοιμαστεί για την ορθή ανάγνωση της κατά χώραν διατηρημένης ομαδικής ταφής, μέσω της σταδιακής αποκάλυψης της πληροφορίας και της κατανόησης της ατμόσφαιρας του χώρου. Στον υπόγειο χώρο, τα σκελετικά κατάλοιπα, σε στάθμη -3,75 μ., θα είναι ορατά από δύο περιοχές μέσω μεγάλων υαλόφρακτων ανοιγμάτων. Ο χώρος των σκελετών δεν θα είναι επισκέψιμος από το κοινό, διασφαλίζοντας ελεγχόμενες συνθήκες προστασίας.
Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ανέφερε: «Το σημαντικό εύρημα των Δεσμωτών του Φαλήρου αφορά στην ομαδική ταφή ανθρώπινων σκελετών η οποία εντοπίστηκε, το Μάρτιο του 2016, στο πλαίσιο κατασκευής του έργου ανέγερσης του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Η εκτέλεση των «Δεσμωτών», σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, έγινε επί τόπου. Τα άτομα ετάφησαν αλυσοδεμένα, καθώς σκελετοί φέρουν ακόμα τα μεταλλικά δεσμά τους. Από το 2016 ως το 2020, δεν διασφαλίστηκε επαρκώς η προστασία του ευρήματος, με αποτέλεσμα μέρος του να χαθεί. Το 2020, προκειμένου να προστατευθεί, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το εύρημα, αποφασίστηκε η προσωρινή απόσπασή του και η επανατοποθέτησή του στην ίδια ακριβώς θέση, μετά την εξυγίανση του εδάφους. Το μόνιμο κέλυφος που κατασκευάζεται εντάσσεται αρμονικά στη διαμορφωμένη Εσπλανάδα, ενώ διαμορφώνεται ως λιτό υπόγειο κέλυφος για την επανατοποθέτηση των «Δεσμωτών», επιτρέποντας τη βέλτιστη θέαση και κατανόηση του ευρήματος από τους επισκέπτες.
Το κτηριακό κέλυφος διασυνδέεται με την έκθεση επιδιώκοντας τη σταδιακή μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν, από το φως στο σκοτάδι και τη βαθμιαία πνευματική, γνωστική, συναισθηματική προετοιμασία του επισκέπτη για το έκθεμα των «Δεσμωτών». Ο νοηματικός και ο χωρικός σχεδιασμός της έκθεσης προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες της, κατά χώραν, διατήρησης, της προστασίας και ανάδειξης του μνημείου με έντονα συμφραστικό, και εν δυνάμει, συγκινησιακό περιβάλλον. Εστιάζοντας και στην κατανόηση του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται τη σχέση των γεγονότων με τη γένεση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Το σύνολο της μουσειακής υποδομής σχεδιάστηκε για να είναι καθολικά προσβάσιμο».






