Σύμφωνα με τις πληροφορίες, στα αντικείμενα που επιχείρησαν να διαθέσουν προς πώληση περιλαμβάνονταν δύο ιερά ευαγγέλια χρονολογούμενα από το 1737 και το 1761, δεκαεπτά βυζαντινές εικόνες, καθώς και πληθώρα άλλων εκκλησιαστικών και πολιτιστικών αντικειμένων που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου περί προστασίας αρχαιοτήτων και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η σύλληψη έγινε στο πλαίσιο οργανωμένης αστυνομικής επιχείρησης της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), στο πλαίσιο της οποίας γυναίκα αστυνομικός παρίστανε την ενδιαφερόμενη αγοραστή των εικόνων. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης και έπειτα από διαπραγματεύσεις, ο ηγούμενος συμφώνησε να πουλήσει μέρος των κειμηλίων στην «υποψήφια αγοραστή» έναντι του ποσού των 200.000 ευρώ.
Εκτός από τον ηγούμενο και τον βοηθό του, οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη και τεσσάρων ακόμη ατόμων. Ανάμεσά τους, ένας ιδιοκτήτης ενεχυροδανειστηρίου και η σύζυγός του, καθώς και δύο ακόμα άτομα που είχαν ρόλο μεσολαβητών στη διαδικασία.



