Όπως επισημαίνεται, βασικός στόχος της νέας αυτής πρωτοβουλίας είναι ο περιορισμός των θανατηφόρων τροχαίων που σχετίζονται με τη χρήση ναρκωτικών, τα οποία υπολογίζεται ότι αντιστοιχούν περίπου στο 3% έως 5% του συνόλου - δηλαδή περίπου ένα στα είκοσι περιστατικά.
Πιο συγκεκριμένα, οι εν λόγω έλεγχοι θα πραγματοποιούνται με λήψη δείγματος σάλιου και, εφόσον υπάρξουν ενδείξεις χρήσης ουσιών, θα ακολουθεί αιματολογική εξέταση για την ακριβέστερη αξιολόγηση της επίδρασης στην οδηγική ικανότητα. Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, προβλέπεται και η ακινητοποίηση του οχήματος.
Το νέο σύστημα έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει δυνατότητα άμεσης ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον δρόμο. Την ίδια ώρα, έχουν ήδη καταγραφεί περιπτώσεις οδηγών που ενεπλάκησαν σε τροχαία υπό την επήρεια ουσιών, οι οποίες δεν ανιχνεύονται με τα ισχύοντα αλκοτέστ.
Σημειώνεται επίσης ότι οι κυρώσεις που θα επιβάλλονται αναμένεται να είναι αυστηρές, ενώ παραμένει αδιευκρίνιστο αν θα εφαρμοστεί καθεστώς μηδενικής ανοχής ή αν θα θεσπιστούν συγκεκριμένα επιτρεπτά όρια, όπως ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, περίπου το 5% των θανατηφόρων τροχαίων συνδέεται με χρήση ναρκωτικών, ενώ σε τοξικολογικές εξετάσεις θυμάτων τροχαίων εντοπίζονται ουσίες σε ποσοστό που φτάνει το 13%. Επιπλέον, έρευνες καταδεικνύουν αυξημένη συχνότητα οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, ιδιαίτερα μεταξύ νεαρών οδηγών.






