Ο κ. Μυτιληναίος – μιλώντας στους Financial Times, στο πλαίσιο ενός εκτενούς αφιερώματος της εφημερίδας για την αυξανόμενη χρήση κρατικών ενισχύσεων στην Ευρώπη – εξέφρασε τη σαφή του στήριξη στις νέες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Η τοποθέτηση του κ. Μυτιληναίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο που η Ευρώπη βρίσκεται σε αναζήτηση ενός νέου πλαισίου βιομηχανικής πολιτικής, εν μέσω των πιέσεων που προκαλούν η ενεργειακή κρίση, η εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και ο ισχυρός ανταγωνισμός από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Το δημοσίευμα των Financial Times αποτυπώνει τη σταδιακή αλλαγή κατεύθυνσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής, από το αυστηρό καθεστώς περιορισμών στις κρατικές ενισχύσεις προς ένα πιο ευέλικτο μοντέλο κρατικής παρέμβασης. Όπως αναφέρεται, τα κράτη-μέλη της ΕΕ διέθεσαν το 2024 πάνω από 168 δισ. ευρώ σε ενισχύσεις που θεωρήθηκαν συμβατές με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 1% του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Οι FT σημειώνουν ότι η χαλάρωση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις επιταχύνθηκε μετά την πανδημία και την ενεργειακή αναστάτωση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, η νέα ένταση στον Περσικό Κόλπο και η σύγκρουση με το Ιράν επαναφέρουν στο επίκεντρο την ανάγκη θωράκισης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι σε έντονες μεταβολές του ενεργειακού κόστους.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στη θέσπιση νέου μηχανισμού κρατικών ενισχύσεων, δίνοντας τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να υποστηρίζουν επιχειρήσεις που επηρεάζονται εντονότερα από την ενεργειακή κρίση και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, πολιτικοί στο Παρίσι, το Βερολίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιμένουν ότι η πολιτική κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ πρέπει να προσαρμοστεί σε μια νέα εποχή γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου οι ξένοι ανταγωνιστές απολαμβάνουν όχι μόνο γενναία κρατική στήριξη, αλλά και φθηνότερη ενέργεια και προστατευμένη ζήτηση.
Η παρέμβαση του κ. Μυτιληναίου κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τις θέσεις που διατυπώνει σταθερά τα τελευταία χρόνια σχετικά με την ανάγκη υιοθέτησης μιας πιο πρακτικής και προσαρμοσμένης ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το αυξημένο ενεργειακό κόστος που επιβαρύνει τη βαριά βιομηχανία στην Ευρώπη.
Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι έχει, επίσης, ζητήσει επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, σε μεγάλο βαθμό μέσω του δημόσιου τομέα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος που δημιουργούν οι βαριά επιδοτούμενοι κινεζικοί όμιλοι για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Απ’ την άλλη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο ίδιο δημοσίευμα καταγράφονται και οι επιφυλάξεις αρκετών κρατών και επιχειρήσεων, κυρίως από τις σκανδιναβικές χώρες και την Ολλανδία, οι οποίες εκφράζουν ανησυχίες ότι η εκτεταμένη χρήση επιδοτήσεων ενδέχεται να προκαλέσει στρεβλώσεις στην ενιαία αγορά, ενισχύοντας δυσανάλογα ισχυρές οικονομίες όπως η Γερμανία και η Γαλλία.
Και στις Βρυξέλλες πολλοί ανησυχούν ότι ο συνδυασμός της αυξημένης επιρροής της Γερμανίας υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και της τεράστιας κλίμακας των γερμανικών επιδοτήσεων θα δημιουργήσει τελικά προβλήματα για την οικονομία και τη βιομηχανία της Ευρώπης.
«Αν η Γερμανία επιδοτεί έναν σταθμό παραγωγής ενέργειας αντί να διορθώσει την ενεργειακή της αγορά, αυτό έχει συνέπειες», λέει ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης. «Αλλά μπορείς να φανταστείς κάποιον άλλον ηγέτη να το πει αυτό στον Μερτς;»
Παράλληλα, ορισμένοι προειδοποιούν ότι, στην προσπάθειά της να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα, η Ευρώπη κινδυνεύει να υιοθετήσει ένα μοντέλο κρατικού παρεμβατισμού που θυμίζει περισσότερο το Πεκίνο παρά τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές πολιτικές.
Παρά ταύτα, για ενεργοβόρους βιομηχανικούς ομίλους όπως η Metlen, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στην πράσινη μετάβαση, αλλά επεκτείνεται και στη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής παραγωγής μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι κρατικές παρεμβάσεις αντιμετωπίζονται πλέον ως βασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής και όχι ως έκτακτη πρακτική.



