Εν τω μεταξύ, η εικόνα του ελληνικού εμπορίου αλλάζει και μαζί της αλλάζουν οι απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις. Όπως, δε, αναφέρθηκε, παραγωγικότητα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και το ενεργειακό κόστος συνθέτουν ένα τρίπτυχο προκλήσεων που επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, η ανάγκη για αξιόπιστα και αναλυτικά δεδομένα γίνεται ολοένα μεγαλύτερη. Σε μια οικονομία όπου οι ανάγκες διαφοροποιούνται σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, η γνώση της πραγματικής εικόνας της αγοράς μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο τόσο για τις επιχειρηματικές αποφάσεις όσο και για τη χάραξη οικονομικής πολιτικής.
Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο επιχειρεί να παρέμβει η «ΓΕΩΒΑΣΗ – Η οικονομική γεωγραφία του εμπορίου», που παρουσιάστηκε την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026, στο Αμφιθέατρο της ΕΣΕΕ στην Αθήνα, στο πλαίσιο της Ημέρας Ελληνικού Εμπορίου.
Η παραγωγικότητα στο επίκεντρο
Στο πλαίσιο αυτό, πρώτα, η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των εμπορικών επιχειρήσεων.
Για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση του τζίρου, αλλά η δυνατότητα να παράγεται μεγαλύτερη αξία με χαμηλότερο λειτουργικό κόστος. Η καλύτερη οργάνωση, η ψηφιοποίηση διαδικασιών, η αξιοποίηση δεδομένων και η επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό συνδέονται πλέον άμεσα με την ικανότητα μιας επιχείρησης να ανταποκριθεί στις πιέσεις της αγοράς.
Η τεχνολογία αλλάζει το επιχειρηματικό μοντέλο
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι η τεχνολογική προσαρμογή. Το ηλεκτρονικό εμπόριο, τα ψηφιακά εργαλεία, η ανάλυση δεδομένων και πλέον οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης μεταβάλλουν σταδιακά τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Η τεχνολογία δεν αφορά πλέον μόνο την παρουσία μιας επιχείρησης στο διαδίκτυο, αλλά επεκτείνεται στη διαχείριση αποθεμάτων, στις πωλήσεις, στην εξυπηρέτηση πελατών, στο marketing και στη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων.
Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η προσαρμογή αυτή αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση, καθώς απαιτεί επενδύσεις, τεχνογνωσία και πρόσβαση σε κατάλληλα εργαλεία.
Το ενεργειακό κόστος πιέζει την ανταγωνιστικότητα
Στο τρίτο μέτωπο βρίσκεται η ενέργεια. Η ενεργειακή κρίση ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση το πόσο ευάλωτες μπορεί να είναι οι επιχειρήσεις σε μεταβολές του κόστους. Η ενεργειακή αποδοτικότητα, η εξοικονόμηση πόρων και οι επενδύσεις που μειώνουν το λειτουργικό κόστος αποκτούν έτσι μεγαλύτερη σημασία για τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Οι τρεις προκλήσεις —παραγωγικότητα, τεχνολογία και ενέργεια— συναντώνται τελικά σε ένα κοινό ζητούμενο, δηλαδή, την προσαρμογή του ελληνικού εμπορίου σε ένα περιβάλλον ταχύτερων οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών.
181,3 δισ. ευρώ ο τζίρος του εμπορίου
Η σημασία του κλάδου αποτυπώνεται στα οικονομικά μεγέθη που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση της ΕΣΕΕ. Όπως ανέφερε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, το εμπόριο αντιστοιχεί στο 10,9% του ΑΕΠ, ενώ ο κύκλος εργασιών του το 2025 ανήλθε σε 181,3 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, ο κλάδος απασχολεί περίπου 760.000 εργαζομένους, αριθμός που αντιστοιχεί στο 17,3% της συνολικής απασχόλησης.
Τα μεγέθη αυτά δείχνουν ότι οι εξελίξεις στο εμπόριο δεν αφορούν μόνο τις επιχειρήσεις του κλάδου, αλλά έχουν ευρύτερη επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και την κατανάλωση.
Η «ΓΕΩΒΑΣΗ» βάζει την αγορά στον χάρτη
Σε αυτό το πλαίσιο, η «ΓΕΩΒΑΣΗ» επιχειρεί να δημιουργήσει μια πιο λεπτομερή εικόνα της εμπορικής δραστηριότητας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.
Η νέα ψηφιακή πλατφόρμα θα αντλεί στοιχεία από το ΓΕΜΗ και θα καταγράφει και θα επεξεργάζεται δεδομένα για το χονδρικό και το λιανικό εμπόριο. Στόχος είναι να αποτυπώνονται οι μεταβολές ανά κλάδο, δραστηριότητα και γεωγραφική περιοχή.
Στην πρώτη φάση η καταγραφή αφορά 90 περιοχές της χώρας, ενώ στη συνέχεια προβλέπεται επέκταση της γεωγραφικής κάλυψης και εμπλουτισμός των δεδομένων.
Η λογική της «ΓΕΩΒΑΣΗΣ» είναι απλή αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη για μια οικονομία με έντονες περιφερειακές διαφοροποιήσεις: να μην αντιμετωπίζεται το ελληνικό εμπόριο ως μία ενιαία αγορά, αλλά να αποτυπώνεται η πραγματική εικόνα κάθε επιμέρους αγοράς.
Από το data στην επιχειρηματική απόφαση
Η αξία της πλατφόρμας δεν περιορίζεται στην καταγραφή. Η «ΓΕΩΒΑΣΗ» φιλοδοξεί να μετατρέψει τα δεδομένα σε αξιοποιήσιμη γνώση για τις εμπορικές επιχειρήσεις, τους θεσμικούς και παραγωγικούς φορείς, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά και για τον σχεδιασμό δημόσιων πολιτικών.
Για έναν επιχειρηματία, η εικόνα της αγοράς μπορεί να προσφέρει στοιχεία για τον ανταγωνισμό και τη δυναμική μιας περιοχής. Για έναν υποψήφιο επενδυτή μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αξιολόγησης της εμπορικής δραστηριότητας. Για τους φορείς της οικονομίας μπορεί να προσφέρει μια πιο αναλυτική βάση για τον σχεδιασμό παρεμβάσεων.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρχουν περισσότερα δεδομένα, αλλά να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για καλύτερες αποφάσεις.
«Ό,τι δεν μπορείς να μετρήσεις, δεν μπορείς να διαχειριστείς»
Ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία των δεδομένων έδωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, συνδέοντας τη συστηματική αποτύπωση της εμπορικής δραστηριότητας με τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο υπουργός αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις που βρίσκονται στην κυβερνητική ατζέντα για τις επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων η περαιτέρω μείωση της προκαταβολής φόρου, οι παρεμβάσεις στον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης και η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων για τις επιχειρήσεις, εφόσον δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος.
Η επόμενη ημέρα του εμπορίου
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη ενίσχυσης του τζίρου των εμπορικών επιχειρήσεων, συνδέοντας την πορεία της αγοράς και με την τουριστική κατανάλωση.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για σταθερούς και δίκαιους κανόνες, καθώς και για παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν.
Συμπερασματικά, το ζητούμενο για το ελληνικό εμπόριο είναι πλέον διπλό. Από τη μία πλευρά να αντιμετωπίσει τις άμεσες πιέσεις στο κόστος και στη ζήτηση και από την άλλη να επενδύσει στις αλλαγές που θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητά του τα επόμενα χρόνια.





