Την συμπεριφορά του αυτή επιχειρεί να την αιτιολογήσει με μία ανακοίνωση, η οποία δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα και αποτελεί στερεότυπο που δεν έχει σχέση με την εταιρεία μας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα, που ο Ο.Τ.Ε. σκοπίμως επιχειρεί να δημιουργήσει.
Τα πραγματικά γεγονότα και οι συναλλακτικές πρακτικές σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν οποιαδήποτε τέτοια συμπεριφορά και πολύ περισσότερο την διακοπή των κυκλωμάτων μας. Το γεγονός αυτό θα αποδειχθεί πολλαπλώς από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων και των αρμόδιων Διοικητικών Αρχών. Απλώς ο Ο.Τ.Ε. μπορεί εκ της θέσεώς του να εφαρμόσει το "δίκαιο" της δικής του σκοπιμότητας, μονομερώς και προκαταβολικώς.
Από πολλών ετών, αρχής γενομένης από το έτος 2000, διαπιστώθηκαν σοβαρά προβλήματα στα συστήματα τιμολόγησης του Ο.Τ.Ε. σχετικά με αυθαίρετες και ανύπαρκτες χρεώσεις του προς την θυγατρική μας εταιρεία. Σε πολλές περιπτώσεις, για χρεώσεις σημαντικού μάλιστα ύψους, έχει και ο ίδιος ο Ο.Τ.Ε. εγγράφως αποδεχθεί (βέβαια πάντοτε εκ των υστέρων) ότι αυτές οφείλονται σε σφάλματά του.
Για να γίνει δε περισσότερο κατανοητό αυτό που ο Ο.Τ.Ε. εννοεί ως μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας, αρκεί η ενδεικτική αναφορά σε έγγραφό του που αποδέχεται ως αβάσιμες τις συνολικές χρεώσεις τόκων ύψους σχεδόν 1,3 εκ. Ευρώ επί οφειλής μόλις 700.000 Ευρώ.
Το γεγονός τούτο αποτέλεσε την αιτία να υφίσταται σχεδόν μόνιμη ασυμφωνία μεταξύ των λογιστηρίων των δύο εταιρειών σε σχέση με το ακριβές ποσό των οφειλομένων. Το ποσόν της "ασυμφωνίας" κατά το περσινό καλοκαίρι ξεπερνούσε τα 15 εκ. Ευρώ. Με διαπραγματεύσεις, που έγιναν υπό παρόμοιες συνθήκες εξαναγκαστικής πίεσης, η θυγατρική μας εταιρεία αποδέχθηκε να καταβάλει με ρύθμιση ποσό ύψους 8,5 εκ. Ευρώ, αλλά υπό την προϋπόθεση, η οποία περιλήφθηκε και στην σχετική γραπτή συμφωνία, ότι οι υπόλοιπες ανύπαρκτες χρεώσεις θα εξετασθούν από όργανα του Ο.Τ.Ε. μέχρι το τέλος του περασμένου έτους, προκειμένου να απαλειφθούν.
Και η περσινή αυτή συμφωνία έγινε κάτω από το εξαναγκαστικό κλίμα ότι, εάν δεν δεχθούμε την ρύθμιση, ο Ο.Τ.Ε. θα προχωρήσει σε διακοπή των κυκλωμάτων μας. Υπό την πίεση αυτή η θυγατρική μας εταιρεία υπέγραψε την συμφωνία και από πέρσι των Οκτώβριο άρχισε, πέραν των τρεχουσών υποχρεώσεών της, να εξυπηρετεί με συνέπεια και την ως άνω ρύθμιση.
Κατά την διάρκεια του περασμένου Ιουλίου η εταιρεία μας αντιμετώπισε ορισμένες πρόσκαιρες ταμειακές δυσχέρειες λόγω αυξημένων επενδύσεων, οι οποίες εντούτοις επιβαρύνονταν από την πιο πάνω κατάσταση, και έτσι ζήτησε από τον Ο.Τ.Ε. μία εύλογη διευθέτηση. Ο Ο.Τ.Ε. όμως, ο οποίος είναι προμηθευτής αλλά και ανταγωνιστής μας, αντί να προσέλθει σε συζητήσεις για την επίτευξη μιας αμοιβαία αποδεκτής συμφωνίας, απαίτησε την σφράγιση αξιογράφων που η θυγατρική μας του είχε παραδώσει εις εγγύηση και ζήτησε την κατάπτωση των εγγυητικών μας επιστολών. Και τούτο, όχι μόνον έχοντας επίγνωση, αλλά επιδιώκοντας την επιδείνωση των σχέσεων της εταιρείας και του Ομίλου μας με το τραπεζικό σύστημα.
Μετά από διαμεσολαβητική προσπάθεια των πιστωτριών μας Τραπεζών, ο Ο.Τ.Ε., και στην διαπραγμάτευση με τις Τράπεζες, αντί για την επιδίωξη μιας λογικής διευθέτησης, που συνηθίζεται στην αγορά, κλιμάκωνε συνεχώς τις απαιτήσεις του για τον τρόπο αποπληρωμής, με σκοπό το απόλυτο αδιέξοδο. Μάλιστα για να μεγεθύνει τον ύψος των οφειλών της θυγατρικής μας προσέθετε στις δήθεν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του και τις αμφισβητούμενες χρεώσεις και τις ρυθμισθείσες οφειλές.
Μετά από αυτά, ακόμη και η Τράπεζα, που είχε αναλάβει τον άτυπο συντονισμό της προσπάθειας, εκδήλωσε εγγράφως αδυναμία να προσφέρει οποιαδήποτε συμβιβαστική ή διαμεσολαβητική συνδρομή. Έτσι, η εταιρεία μας, σε συνεννόηση με τις πιστώτριες Τράπεζες, κατέθεσε προχθές, Πέμπτη, πρόταση στον Ο.Τ.Ε. για την καταβολή, σε μετρητά και εγγυητικές επιστολές, ποσού ύψους 10,2 εκ. Ευρώ,
