Ο κ. Γιώτης υπενθύμισε ότι η βιομηχανία τροφίμων βρέθηκε στην «πρώτη γραμμή» όλων των μεγάλων κρίσεων των τελευταίων ετών, διασφαλίζοντας την επάρκεια της αγοράς και απορροφώντας σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων σε ενέργεια, καύσιμα και πρώτες ύλες.
«Φροντίσαμε να μη λείψει τίποτα από κανένα σπίτι. Στις διαδοχικές κρίσεις που βιώσαμε, η χώρα δεν αντιμετώπισε ελλείψεις βασικών αγαθών, ενώ η βιομηχανία απορρόφησε αυξήσεις σε ενέργεια, καύσιμα και πρώτες ύλες, προκειμένου να συγκρατηθούν οι τιμές των επώνυμων τυποποιημένων προϊόντων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒΤ, η πανδημία άλλαξε ριζικά τον τρόπο λειτουργίας των εφοδιαστικών αλυσίδων, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία πυροδότησε μια μακρά περίοδο αναταράξεων στις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών. Όπως σημείωσε, η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από την κλιματική κρίση, τις ελλείψεις προσωπικού και τις συνεχείς μεταβολές στο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.
Προειδοποίηση για νέες αναταράξεις
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, προειδοποιώντας ότι η νέα κρίση στην περιοχή δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις του κλάδου.
Όπως ανέφερε, ενδεχόμενες ελλείψεις σε πρώτες ύλες, υλικά συσκευασίας και λιπάσματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την παραγωγή και τη διαθεσιμότητα προϊόντων το επόμενο διάστημα.
«Οι ελλείψεις πρώτων υλών, υλικών συσκευασίας και λιπασμάτων ενδέχεται να επηρεάσουν μελλοντικά τη διαθεσιμότητα αγαθών, σε ένα περιβάλλον που ενισχύεται από περισσότερο παρεμβατισμό, τη στιγμή που η αγορά έχει ανάγκη από ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο λειτουργίας», σημείωσε.
«Ανάχωμα» στις πληθωριστικές πιέσεις
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσε και το ζήτημα της ακρίβειας. Ο κ. Γιώτης υποστήριξε ότι η βιομηχανία τροφίμων λειτούργησε ως «ανάχωμα» στις πληθωριστικές πιέσεις, επισημαίνοντας ότι ο δείκτης εξέλιξης τιμών στα επώνυμα τυποποιημένα τρόφιμα παραμένει τους τελευταίους μήνες μηδενικός ή ακόμη και αρνητικός.
Παράλληλα, άφησε αιχμές για τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις ανατιμήσεις, υποστηρίζοντας ότι ο κλάδος στοχοποιήθηκε άδικα τα προηγούμενα χρόνια.
«Πριν από δύο χρόνια η βιομηχανία τροφίμων στοχοποιήθηκε άδικα για την άνοδο του πληθωρισμού, κυρίως λόγω της εκρηκτικής αύξησης της τιμής του ελαιολάδου. Σήμερα παρατηρείται ξανά μια τάση δαιμονοποίησης του κλάδου για αυξήσεις που προέρχονται από άλλες κατηγορίες προϊόντων, όπως τα φρούτα, τα ψάρια και το κρέας, οι οποίες δεν συνδέονται με τα επώνυμα τυποποιημένα τρόφιμα», υπογράμμισε.
Ισχυρό αποτύπωμα στην οικονομία
Παρά τις πιέσεις, ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ υπογράμμισε ότι η βιομηχανία τροφίμων και ποτών εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.
Όπως είπε, ο κλάδος καταγράφει κύκλο εργασιών άνω των 26 δισ. ευρώ και παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης της μεταποίησης, με περισσότερους από 160.000 εργαζόμενους. Παράλληλα, διατηρεί ισχυρή εξαγωγική παρουσία, με τα προϊόντα «Made in Greece» να ενισχύουν τη θέση τους στις διεθνείς αγορές.
Οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών ανέρχονται σε περίπου 7,4 δισ. ευρώ και αντιστοιχούν στο 15% των συνολικών εξαγωγών της χώρας, στοιχείο που, σύμφωνα με τον ίδιο, επιβεβαιώνει τη δυναμική και την ανταγωνιστικότητα του κλάδου.
Αίτημα για σταθερό πλαίσιο και επενδύσεις
Κλείνοντας, ο κ. Γιώτης έδωσε έμφαση στην ανάγκη ύπαρξης ενός σταθερού και προβλέψιμου περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις, τονίζοντας ότι χωρίς θεσμική και οικονομική σταθερότητα δεν μπορούν να προχωρήσουν επενδύσεις ούτε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας.
Όπως ανέφερε, η επόμενη περίοδος απαιτεί τεχνολογική αναβάθμιση, επενδύσεις στην καινοτομία και στήριξη της νέας γενιάς εργαζομένων, προκειμένου ο κλάδος να διατηρήσει τη θέση του τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά.



