Συγκεκριμένα, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας πραγματοποιεί σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, αλλεπάλληλες συσκέψεις υπό τον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο. Κεντρικά ζητήματα αποτελούν η διασφάλιση της επάρκειας, η ομαλή ηλεκτροδότηση ενόψει των ημερών του Πάσχα, καθώς και η αξιολόγηση των συνεπειών από την κλιμακούμενη ένταση στη Μέση Ανατολή.
Στις διαβουλεύσεις συμμετέχουν όλοι οι βασικοί φορείς της αγοράς: από τη ΡΑΑΕΥ έως τους διαχειριστές ΔΕΣΦΑ, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ, αλλά και εκπρόσωποι διυλιστηρίων, προμηθευτών φυσικού αερίου και παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.
Το μήνυμα του ΥΠΕΝ
Στο μεταξύ, μιλώντας στο στο 7ο Power & Gas Forum, τη Μεγάλη Τρίτη, ο υφυπουργός περιβάλλοντος και ενέργειας, Νίκος Τσάφος, τόνισε παρότι έχουν ανέβει οι τιμές αερίου, δεν έχουν φτάσει στα επίπεδα του 2022. Επίσης οι τιμές του ρεύματος ένεκα της απόδοσης των ΑΠΕ παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα.
Έχουμε δει αύξηση στη χονδρική, αλλά μεσοσταθμικά οι τιμές χονδρικής βρίσκονται κάτω από τα 100 ευρώ, πρόσθεσε στη συνέχεια ο κ. Τσάφος, για να καταλήξει πως «δεν βλέπουμε αύξηση που να δικαιολογεί συναγερμό σε επίπεδο επιπτώσεων στη λιανική». Ωστόσο, διευκρίνισε, πρόκειται για διαφορετικές αγορές. Ενδεικτικά, και παρά τα επίπεδα της χονδρικής στη χώρα, το α’ εξάμηνο του 2025 οι λιανικές τιμές στην Ελλάδα ήταν 21% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, όπως είπε ο υφυπουργός, είχαμε χαμηλότερες τιμές από την υπόλοιπη ΝΑ Ευρώπη, ακόμα και από την Κεντρική. «Αυτό κάτι δείχνει για τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα στη χώρα μας», τόνισε ο υφυπουργός.
Σε σχέση με το αέριο, σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, βρίσκονταν σε παρόμοια επίπεδα, περί 45-50 ευρώ/μεγαβατώρα τον περσινό χειμώνα. «Η διαφορά με το 2022 είναι ότι ότι βλέπουμε πολλές χώρες που δεν ανταγωνίζονται για να αγοράσουν ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά αναζητούν εναλλακτικές πηγές», σχολίασε ο υφυπουργός.
Παράλληλα σε σχέση με το ρεύμα ο κ.Τσάφος παρέθεσε τα οφέλη από την πράσινη μετάβαση τονίζοντας ότι η χώρα είναι καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, για πρώτη φορά το 2024, με τις εξαγωγές να αυξάνονται το 2025. Μάλιστα το 2026, η χώρα αποτέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πίσω μόνο από Γαλλία, Σουηδία, Κάτω Χώρες και Γερμανία.
Διεθνείς πιέσεις
Παρά τα παραπάνω, το διεθνές περιβάλλον παραμένει εύθραυστο. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή, παρά την εκεχειρία, έχουν περιορίσει την προσφορά σε βασικά ενεργειακά προϊόντα, όπως αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πετροχημικά και ντίζελ.
Την ίδια στιγμή, έχουν καταγραφεί επιθέσεις με drones σε πλοία — ακόμη και ελληνικών συμφερόντων — που μεταφέρουν ενεργειακά φορτία στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα, γεγονός που επιτείνει την αβεβαιότητα.
Παράλληλα, η αυξημένη ζήτηση από την Ασία, η οποία έως πρόσφατα καλυπτόταν κυρίως από τις χώρες του Κόλπου, στρέφεται πλέον προς άλλες αγορές, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές και επηρεάζοντας άμεσα και την ευρωπαϊκή αγορά.
Κι αυτό την ώρα που οι υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου στην ΕΕ βρίσκονται μόλις στο 28,1% της χωρητικότητάς τους, ενώ τα τερματικά LNG λειτουργούν περίπου στο 49,6%. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αναπλήρωση ενόψει του επόμενου χειμώνα καθίσταται ιδιαίτερα απαιτητική, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εκφράζει έντονη ανησυχία για ενδεχόμενες νέες αυξήσεις τιμών.
Ιδιαίτερα κρίσιμος παραμένει και ο ρόλος των Στενών του Ορμούζ και πώς θα διμαορφωθεούν οι νέες ισορροπίες για το δίαυλο όπου περνά περίπου το 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG.






