Σύμφωνα με την επικεφαλής του Κέντρου Ενέργειας, Κλίματος και Πόρων του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου ifo, Karen Pittel, τα εκτιμώμενα αποθέματα σχιστολιθικού αερίου της Γερμανίας είναι σημαντικά, όμως η αξιοποίησή τους θα απαιτούσε τη διάνοιξη εκατοντάδων γεωτρήσεων. Όπως επισημαίνει, η δημιουργία μιας βιομηχανίας fracking ικανής να παράγει τις αναγκαίες ποσότητες φυσικού αερίου θα χρειαζόταν αρκετά χρόνια.
Η ετήσια παραγωγή από fracking εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φθάσει τα 5 έως 10 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 6%-12% της γερμανικής κατανάλωσης φυσικού αερίου το 2025. Σήμερα, το αντίστοιχο ποσοστό κάλυψης ανέρχεται σε 4,2%. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο εάν η εξόρυξη μέσω fracking θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στη Γερμανία με ανταγωνιστικό κόστος ή αν θα απαιτούνταν κρατικές ενισχύσεις για τη διατήρηση της παραγωγής σε βάθος χρόνου.
Ο συντάκτης της μελέτης Cyril Stephanos σημειώνει ότι οι πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου που θα μπορούσε να παράγει η Γερμανία είναι περιορισμένες σε παγκόσμια κλίμακα και συνεπώς δεν θα επηρέαζαν αισθητά τις διεθνείς τιμές. Παράλληλα, η προγραμματισμένη αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας σε χώρες όπως οι United States και ο Canada από το 2027 αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την προσφορά στην αγορά, μειώνοντας τις πιθανότητες το γερμανικό fracking να καταστεί μακροπρόθεσμα ανταγωνιστικό.
Οι ερευνητές εκτιμούν πάντως ότι οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι της μεθόδου μπορούν να παραμείνουν περιορισμένοι, εφόσον εφαρμοστούν αυστηρά πρότυπα ασφαλείας και περιβαλλοντικής προστασίας. Για τον λόγο αυτό τάσσονται υπέρ της πραγματοποίησης ερευνητικών γεωτρήσεων, ώστε να συγκεντρωθούν περισσότερα στοιχεία σχετικά με το πραγματικό κόστος εξόρυξης και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, θα προϋπέθετε την άρση της ισχύουσας απαγόρευσης του fracking στη Γερμανία, γεγονός που ενδέχεται να προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.



