Άρθρο του οικονομολόγου Δημήτρη Λιάκου στο Reporter Magazine Ιουλίου 2026
Η «πράσινη» βιομηχανική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικό σκέλος της περιβαλλοντικής πολιτικής. Αποτελεί κεντρικό πεδίο οικονομικής στρατηγικής, παραγωγικής ανασυγκρότησης και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον ενεργειακής αστάθειας, τεχνολογικού ανταγωνισμού, διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες και αυξανόμενων κοινωνικών πιέσεων, η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών πρέπει να συνδεθεί με την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τη διεύρυνση της εγχώριας και ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας, την τεχνολογική κυριαρχία και τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών.
Το ζητούμενο δεν είναι ένα κράτος που απλώς διορθώνει αποτυχίες της αγοράς, αλλά ένα κράτος που θέτει κατευθύνσεις, μειώνει την επενδυτική αβεβαιότητα, οργανώνει συμπράξεις και επιβάλλει όρους ανταποδοτικότητας. Η πολιτικότητα αυτής της επιλογής είναι σαφής: Η «πράσινη» μετάβαση είτε θα λειτουργήσει ως μοχλός νέας παραγωγικής ισχύος και κοινωνικής συνοχής, είτε θα μετατραπεί σε πεδίο άνισης προσαρμογής, υψηλού κόστους και χαμηλής νομιμοποίησης.
ΕΛΛΑΔΑ: ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΜΕ ΜΕΤΡΗΣΙΜΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ
Για την Ελλάδα, η «πράσινη» βιομηχανική πολιτική πρέπει να υπηρετεί έναν διπλό στόχο. Αφενός τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης και του παραγωγικού κόστους· αφετέρου τη δημιουργία νέων δυνατοτήτων σε κλάδους, όπου η χώρα μπορεί να αποκτήσει διακριτό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αποθήκευση, τα δίκτυα, η ναυτιλία, η αγροδιατροφή, τα δομικά υλικά, η εφοδιαστική αλυσίδα, οι «πράσινες» υποδομές και οι υπηρεσίες υψηλής τεχνογνωσίας συγκροτούν ένα ρεαλιστικό πεδίο παρέμβασης.
Η πρώτη προτεραιότητα είναι η ανταγωνιστική καθαρή ενέργεια. Αυτό σημαίνει ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων, επαρκή αποθήκευση, έξυπνη διαχείριση ζήτησης, διασυνδέσεις και σταθερά εργαλεία αντιστάθμισης του ενεργειακού κόστους για ενεργοβόρες επιχειρήσεις που δεσμεύονται σε συγκεκριμένα σχέδια απανθρακοποίησης. Η δεύτερη προτεραιότητα είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα σε κτίρια, πόλεις και παραγωγικές μονάδες, όχι ως αποσπασματική επιδότηση, αλλά ως οργανωμένη αγορά ανακαινίσεων, καθαρών μετακινήσεων, κυκλικών υλικών και ψηφιακής παρακολούθησης κατανάλωσης. Η τρίτη προτεραιότητα είναι η βιομηχανική αναβάθμιση επιλεγμένων αλυσίδων αξίας, με έμφαση σε προϊόντα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, εξαγωγικό προσανατολισμό και σύνδεση με έρευνα, πανεπιστήμια και τεχνολογικά κέντρα.
Η καινοτομία δεν πρέπει να περιοριστεί στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων. Χρειάζεται μηχανισμός «πράσινων» αποστολών ανά κλάδο, με συγκεκριμένους δείκτες, όπως είναι το κόστος ενέργειας ανά μονάδα προϊόντος, η ένταση εκπομπών, η εγχώρια προστιθέμενη αξία, οι εξαγωγές, η παραγωγικότητα εργασίας, ο αριθμός ποιοτικών θέσεων, ο ρυθμός αδειοδοτήσεων και η συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε νέες αλυσίδες προμηθευτών. Οι δημόσιες προμήθειες μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο δημιουργίας ζήτησης, εφόσον ενσωματώνουν προδιαγραφές χαμηλού αποτυπώματος σε σχολεία, νοσοκομεία, δημόσια κτίρια, στόλους οχημάτων και έργα υποδομών.
Κρίσιμος είναι και ο όρος της ανταποδοτικότητας. Καμία ενίσχυση δεν πρέπει να παρέχεται χωρίς δεσμεύσεις για επενδύσεις, κατάρτιση, διαφάνεια, μετρήσιμη μείωση εκπομπών και διάχυση τεχνογνωσίας. Έτσι, η «πράσινη» πολιτική παύει να είναι παθητική επιδότηση και γίνεται κοινωνικό συμβόλαιο παραγωγικής μετάβασης.
ΕΥΡΩΠΗ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΣΤΟΧΩΝ
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η «πράσινη» βιομηχανική πολιτική πρέπει να απαντήσει σε μια βαθύτερη αντίφαση. Η Ευρώπη έχει υψηλές κλιματικές φιλοδοξίες, αλλά συχνά υστερεί σε ταχύτητα επενδύσεων, κόστος ενέργειας, πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, παραγωγή καθαρών τεχνολογιών και ενιαία βιομηχανική κλίμακα. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα καθιστά ανεπαρκές ένα μοντέλο που στηρίζεται υπερβολικά σε εισαγωγές ενέργειας, τεχνολογίας και ενδιάμεσων προϊόντων.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η εγκατάλειψη των κλιματικών στόχων, αλλά η καλύτερη συσχέτισή τους με την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική προστασία και τη βιομηχανική ισχύ. Η Ευρώπη χρειάζεται κοινά χρηματοδοτικά εργαλεία για «πράσινες» επενδύσεις, ταχύτερη ολοκλήρωση της ενεργειακής αγοράς, ενιαία στρατηγική για κρίσιμες πρώτες ύλες, ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας σε μπαταρίες, υδρογόνο, δίκτυα, αντλίες θερμότητας, καθαρά καύσιμα, μικροηλεκτρονική και κυκλική βιομηχανία. Χρειάζεται, επίσης, απλούστευση των κανόνων χωρίς θεσμική απορρύθμιση, που σημαίνει λιγότερη γραφειοκρατία μεν, αυστηρότερη αξιολόγηση αποτελεσμάτων δε.
Η ευρωπαϊκή καινοτομία πρέπει να μετακινηθεί από το εργαστήριο στη βιομηχανική κλίμακα. Αυτό απαιτεί κοινές αγορές πρώτης ζήτησης, δημόσιες προμήθειες ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, βιομηχανικά συμβόλαια διαφορών για καθαρές τεχνολογίες και μηχανισμούς που προστατεύουν επιχειρήσεις από αθέμιτο ανταγωνισμό τρίτων χωρών, χωρίς να διολισθαίνουν σε εσωστρεφή προστατευτισμό.
Τελικά, η «πράσινη» βιομηχανική πολιτική είναι άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην οικονομική αποδοτικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, την κλιματική φιλοδοξία και τη βιομηχανική βιωσιμότητα, την εθνική στρατηγική και την ευρωπαϊκή κλίμακα. Για την Ελλάδα, είναι ευκαιρία παραγωγικής αναβάθμισης. Για την Ευρώπη, προϋπόθεση στρατηγικής αυτονομίας. Για αμφότερες, είναι ο τρόπος ώστε η μετάβαση να μη γίνει κόστος προσαρμογής, αλλά σχέδιο ανταγωνιστικής, ανθεκτικής και κοινωνικά νομιμοποιημένης ανάπτυξης.





