Οι φάκελοι αφορούν δύο ιδιωτικές εταιρείες, εκ των οποίων η μία εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και η άλλη στην Αττική, και διαβιβάστηκαν επίσης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καθώς και στις κατά τόπους αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.
Η έρευνα ξεκίνησε πριν από περίπου έναν μήνα από το Εθνικό Συμβούλιο Πιστοποίησης, το οποίο διεξάγει ενδελεχή έλεγχο σε πάνω από δέκα ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο της πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων στη χώρα. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, προέκυψαν συγκεκριμένες καταγγελίες για δύο από αυτές τις εταιρείες, στις οποίες αποδίδεται ότι εξέδιδαν σε μικρό χρονικό διάστημα μεγάλο αριθμό βεβαιώσεων πιστοποίησης βιολογικών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει από τις καταγγελίες αφορά τη διαδικασία ελέγχου που απαιτείται προτού δοθεί μία τέτοια πιστοποίηση. Υπάρχουν επιφυλάξεις ως προς το αν ήταν εφικτό οι εν λόγω εταιρείες να πραγματοποιούν επιτόπιες επισκέψεις, να ελέγχουν τις καλλιέργειες ή τις μονάδες παραγωγής και να διασφαλίζουν ότι πληρούνται τα απαιτούμενα πρότυπα βιολογικής καλλιέργειας ή εκτροφής, μέσα σε τόσο περιορισμένα χρονικά περιθώρια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι καταγγελίες αυτές από μόνες τους δεν τεκμηριώνουν ποινικές ευθύνες ή παράνομες ενέργειες. Ωστόσο, ο Υπουργός Ανάπτυξης έκρινε ότι οι ενδείξεις είναι επαρκώς σοβαρές ώστε να ζητήσει την παρέμβαση της Δικαιοσύνης. Η απόφαση αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί η διαφάνεια στον κρίσιμο τομέα της βιολογικής παραγωγής, καθώς και να προστατευθεί η αξιοπιστία του συστήματος πιστοποίησης, το οποίο αποτελεί σημαντικό πυλώνα για την αγροδιατροφική οικονομία της χώρας.







