Η απόφαση δημιουργεί νέα εμπόδια για εταιρείες όπως οι TMS Tankers, Dynacom, Thenamaris, Minerva Marine και Delta Tankers, που είχαν αξιοποιήσει την προηγούμενη περίοδο την αγορά πετρελαίου υπό πλαφόν για να πετύχουν υψηλά ναύλα. Η μείωση της τιμής-οροφής αλλάζει τα δεδομένα, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση διατηρεί το δικό της όριο στα 60 δολάρια, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Η διπλή πολιτική τιμών φέρνει νομικές και επιχειρησιακές δυσκολίες. Θεωρητικά, αμερικανικά συμφέροντα μπορούν να χρηματοδοτήσουν και να ασφαλίσουν φορτία πετρελαίου πωλημένα πάνω από τα 47,60 αλλά κάτω από τα 60 δολάρια, κάτι που για τους Ευρωπαίους πλοιοκτήτες θα ήταν παράνομο. Ωστόσο, στην πράξη, η παγκοσμιοποιημένη φύση της ναυτιλίας κάνει αυτό το σενάριο δύσκολο.
Η Αμερικανική και η Ιαπωνική Ένωση Αλληλοασφάλισης Πλοιοκτητών (P&I Clubs) μπορούν να καλύψουν τέτοια φορτία μόνο έως 10 εκατ. δολάρια. Για μεγαλύτερες ζημιές χρειάζεται συμμετοχή του International Group of P&I Clubs, όπου η πλειοψηφία είναι ευρωπαϊκή και δεν θα εγκρίνει πληρωμές που παραβιάζουν τους νέους κανονισμούς.
Το διπλό πλαφόν φέρνει πονοκέφαλο
Αναλυτές τονίζουν ότι η παράλληλη ύπαρξη δύο καθεστώτων τιμής δημιουργεί χάος ειδικά για πλοία που ασφαλίζονται από κοινοπραξίες με ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες.
Η Lloyd’s Market Association ζήτησε από τα μέλη της να επανεξετάσουν τα χαρτοφυλάκιά τους και να ακυρώσουν συμβόλαια που δεν μπορούν να συμμορφωθούν με το ευρωπαϊκό όριο.
Οι αλλαγές έρχονται σε μια περίοδο που η αγορά ήδη αντιμετωπίζει ανατροπές: εκατοντάδες δεξαμενόπλοια έχουν πουληθεί σε υπερτιμημένες τιμές σε νέες εταιρείες που στελεχώνουν το λεγόμενο «σκιώδη στόλο» της Ρωσίας, περιορίζοντας τον έλεγχο των δυτικών δυνάμεων.
Η μείωση του πλαφόν ήταν πάγιο αίτημα της Ουκρανίας και των συμμάχων της, που θεωρούσαν ότι το όριο των 60 δολαρίων είχε χάσει την αποτελεσματικότητα του λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών.
Η νέα πολιτική θα ισχύσει πλήρως από τις 18 Οκτωβρίου, με διαφορετικές μεταβατικές περιόδους για το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν να μην ακολουθήσουν προς το παρόν, φοβούμενες αναστάτωση στις παγκόσμιες προμήθειες ενέργειας. Η απόκλιση αυτή αυξάνει την πίεση στους πλοιοκτήτες να συμμορφωθούν με το αυστηρότερο πλαίσιο, ώστε να αποφύγουν νομικούς και ασφαλιστικούς κινδύνους.



