Η παρέμβαση έρχεται μετά την απόφαση της ΕΕ να συνεχίσει να εξαιρεί τις οδικές μεταφορές από αντίστοιχο μηχανισμό ETS και εν μέσω ασάφειας για τη διάθεση των εσόδων που εισπράττονται από τη ναυτιλία.
Η Interferry ζητά να «παγώσει» η υποχρέωση παράδοσης δικαιωμάτων εκπομπών στο 70% που προβλέπεται για το 2025 και να μην εφαρμοστεί η αύξηση στο 100% το 2026. Όπως τονίζει, το μέτρο θα πρέπει να ισχύσει έως ότου ενταχθούν και οι οδικές μεταφορές στο ETS και έως ότου διασφαλιστεί ότι τα έσοδα θα δεσμεύονται αποκλειστικά για την απανθρακοποίηση της ναυτιλίας.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Interferry, Mike Corrigan, υπογραμμίζει ότι η ΕΕ οφείλει να διασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού, επισημαίνοντας πως η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να αποδυναμώνει οικονομικά έναν τομέα που έχει ήδη επενδύσει στη μετάβαση προς καθαρότερες μεταφορές.
Σύμφωνα με την ένωση, τα ferry αποτελούν κρίσιμη υποδομή για την Ευρώπη, καθώς περισσότερο από το ήμισυ της παγκόσμιας χωρητικότητας επιβατηγών και RoRo πλοίων δραστηριοποιείται σε ευρωπαϊκά ύδατα, μεταφέροντας ετησίως περίπου 400 εκατ. επιβάτες και 200 εκατ. οχήματα και μονάδες φορτίου. Κάθε αύξηση του κόστους, σημειώνεται, ενισχύει τον κίνδυνο μεταφοράς φορτίων πίσω στον δρόμο.
Ο διευθυντής Ρυθμιστικών Υποθέσεων της Interferry, Johan Roos, τονίζει ότι η εξαίρεση των οδικών μεταφορών δημιουργεί άμεσο ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τα επιβατηγά και RoRo πλοία, υπονομεύοντας τη διαχρονική ευρωπαϊκή πολιτική για μετατόπιση μεταφορών από τον δρόμο στη θάλασσα.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής αβεβαιότητα εντείνεται μετά την απόφαση του ΙΜΟ να αναβάλει για τουλάχιστον 12 μήνες την υιοθέτηση παγκόσμιου μηχανισμού τιμολόγησης εκπομπών, ο οποίος επρόκειτο να αντικαταστήσει το ευρωπαϊκό ETS και να θέσει σαφείς κανόνες για τη χρήση των σχετικών εσόδων.
Σύμφωνα με την Interferry, το ETS επιβαρύνει σήμερα την ευρωπαϊκή ακτοπλοΐα κατά περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως, την ώρα που ο κλάδος χρειάζεται στήριξη για την ανάπτυξη εναλλακτικών καυσίμων και για επενδύσεις στην ηλεκτροδότηση των ευρωπαϊκών λιμένων.
Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων κατευθύνεται στους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών, επισημαίνει η ένωση, περιορίζει την ικανότητα του κλάδου να επενδύσει σε καθαρότερες τεχνολογίες και υπονομεύει την ευρωπαϊκή συνοχή.



