Στελέχη της ναυλαγοράς ανέφεραν στους Financial Times ότι η αναμονή για τους επικείμενους δασμούς στις ΗΠΑ έχει επιταχύνει αισθητά την εποχική άνοδο της ζήτησης για θαλάσσιες μεταφορές. Υπό κανονικές συνθήκες, η ζήτηση αυτή ενισχύεται όταν οι λιανέμποροι προετοιμάζονται για τις περιόδους αυξημένης κατανάλωσης, όπως η Black Friday και τα Χριστούγεννα, όμως φέτος φαίνεται να έχει μετατοπιστεί νωρίτερα.
Σύμφωνα με την πλατφόρμα Freightos, η τιμή για τη μεταφορά ενός κοντέινερ 40 FEU από την Κίνα προς την ανατολική ακτή των ΗΠΑ έφτασε την περασμένη εβδομάδα τα 7.880 δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 62% μέσα σε έναν μήνα. Αντίστοιχα, τα ναύλα από την Κίνα προς τη Μεσόγειο αυξήθηκαν κατά 47%, φτάνοντας τα 6.431 δολάρια.
Παράλληλα, ο δείκτης Platts Container Index, που αποτυπώνει τις τιμές μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων σε βασικές διεθνείς διαδρομές, ενισχύθηκε κατά 80% μέσα σε διάστημα 30 ημερών έως την Τετάρτη, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2022.
Οι δασμοί Τραμπ
Η αμερικανική κυβέρνηση σχεδιάζει την επιβολή δασμών τουλάχιστον 10% σε δεκάδες χώρες από τα τέλη Ιουλίου, μετά από έρευνα που σχετίζεται με πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας. Επιπλέον, αναμένονται νέες ανακοινώσεις για πρόσθετους δασμούς σε βιομηχανικά προϊόντα τον επόμενο μήνα.
Το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ ανέφερε ότι εξετάζει την επιβολή μέτρων σε 60 χώρες, καθώς θεωρεί ότι δεν έχουν λάβει επαρκή μέτρα για την αποτροπή εισαγωγής προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, κάτι που —σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά— δημιουργεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τους Αμερικανούς εργαζόμενους.
Μεταξύ των οικονομιών που επηρεάζονται από την πρόταση περιλαμβάνονται η Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ινδία, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προτεινόμενοι δασμοί κυμαίνονται μεταξύ 10% και 12,5%, ενώ στόχος της Ουάσιγκτον είναι να τεθούν σε ισχύ μετά τη λήξη του παγκόσμιου καθεστώτος 10% στις 24 Ιουλίου.
«Η αβεβαιότητα γύρω από τους δασμούς και το κόστος των καυσίμων έχει οδηγήσει σε πρόωρη αποστολή φορτίων, ιδίως προς τις ΗΠΑ, γεγονός που έχει ωθήσει απότομα προς τα πάνω τους ναύλους», δήλωσε η BIMCO, η μεγαλύτερη ένωση πλοιοκτητών.
Όπως σημείωσε ο Michael Aldwell, εκτελεστικός αντιπρόεδρος θαλάσσιας εφοδιαστικής στην Kuehne+Nagel, πολλές επιχειρήσεις επιδιώκουν να μεταφέρουν εμπορεύματα πριν από την καταληκτική ημερομηνία των αμερικανικών μέτρων ή τουλάχιστον να προχωρήσουν σε μερική προφόρτωση των αποθεμάτων τους.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή
Ο Judah Levine, επικεφαλής έρευνας στη Freightos, ανέφερε ότι η άνοδος των τιμών συνδέεται επίσης με την προσπάθεια εταιρειών να επισπεύσουν τις αποστολές τους, ώστε να αποφύγουν πιθανές διαταραχές μέσα στο καλοκαίρι, αλλά και με το αυξημένο κόστος καυσίμων λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Συνήθως, οι επιχειρήσεις που λειτουργούν με μακροπρόθεσμα συμβόλαια προμηθεύονται καύσιμα με τριμηνιαίο προγραμματισμό, ώστε να εξομαλύνουν τις διακυμάνσεις των τιμών.
Ο Jonathan Colehower, διευθύνων σύμβουλος παγκόσμιων λειτουργιών και εφοδιαστικών αλυσίδων στην εταιρεία τεχνολογίας UST, σημείωσε ότι οι γεωπολιτικές αναταράξεις και τα εμπορικά μέτρα οδηγούν πλέον πολλές εταιρείες σε πιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό σε σχέση με το παρελθόν.
«Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπερδεσμεύονται ή να παραγγέλνουν περισσότερα από όσα χρειάζονται, όμως πολλές επιχειρήσεις προτιμούν να κινηθούν προληπτικά, παρά να βρεθούν εκτεθειμένες αργότερα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι τιμές ανά FEU παραμένουν πάντως χαμηλότερες από τα ιστορικά υψηλά των 9.800 δολαρίων που είχαν καταγραφεί το 2024, όταν οι επιθέσεις των Χούθι είχαν αναγκάσει πολλά πλοία να παρακάμπτουν τη Διώρυγα της Ερυθράς Θάλασσας και να ακολουθούν τη διαδρομή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, αυξάνοντας σημαντικά τον χρόνο ταξιδιού.



