Οπως αναφέρεται σε πρόσφατη μελέτη της Hellastat A.E. που αναλύει τον κλάδο των κατασκευών, το ΠΔΕ το 2009 αναμένεται να διαμορφωθεί σε 8,8 δισ. ευρώ, έναντι 9,3 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος (-10,1%). Το επίπεδο αυτό μεταφράζεται σε περίπου 3,2% του ΑΕΠ, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο μετά το 1996.
Η οικοδομική δραστηριότητα μετά το 2005 σημειώνει αδιάκοπη πτώση, υποχωρώντας το πρώτο εξάμηνο του 2009 κατά 15,6% σε όρους αδειών έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2008. Η πτώση αυτή μεταφράζεται σε κάμψη 25,8% της συνολικής επιφάνειας και 26,5% του οικοδομικού όγκου.
Η υποχώρηση της οικοδομής οφείλεται στη σημαντική άνοδο του κόστους ανέγερσης, στις αυξημένες τιμές των οικοδομικών υλικών, στην επιβράδυνση του ρυθμού επέκτασης της στεγαστικής πίστης, καθώς και στο μεγάλο απόθεμα κατοικιών (περίπου 170.000) που παραμένουν απούλητες.
Η λήψη στεγαστικών δανείων έχει καταστεί πιο δυσχερής σε σχέση με το παρελθόν, αφού οι τράπεζες θέτουν πλέον αυστηρότερες προϋποθέσεις.
Το δεύτερο τρίμηνο του 2009 ο ρυθμός επέκτασης της στεγαστικής πίστης μειώθηκε σε 6% σε ετήσια βάση, έναντι 8,7% το προηγούμενο τρίμηνο και πολύ μεγαλύτερων ρυθμών κατά τη διάρκεια του 2008.
Προβλήματα
Σε αυτό το αρνητικό κλίμα ο κλάδος εμφανίζει μονομερή ανάπτυξη, καθώς ευνοημένοι εμφανίζονται οι επικεφαλής εγχώριοι όμιλοι.
Οι μεγαλύτεροι εργολήπτες έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε έργα μεγάλης κλίμακας, εδραιώνοντας έτσι τα μερίδια αγοράς τους και διατηρώντας τα ανεκτέλεστα υπόλοιπά τους σε υψηλά επίπεδα.
Παράλληλα απολαμβάνουν του πλεονεκτήματος της πιο ευχερούς πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση, καθώς έχουν καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα.
Αντιθέτως, οι ΜΜΕ αναλαμβάνουν έργα σαφώς μικρότερης κλίμακας, μην έχοντας στις περισσότερες περιπτώσεις τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στους διαγωνισμούς του Δημοσίου, με αποτέλεσμα οι πιθανότητες επιβίωσής τους να υποβαθμίζονται.
Επίσης, σύμφωνα με την Hellastat και τα στελέχη του κλάδου με τα οποία συνεργάστηκε για την καταγραφή των προβλημάτων, αυτά επικεντρώνονται στα ακόλουθα:
η παροχή υψηλών εκπτώσεων κατά τη διαδικασία ανάληψης των έργων,
τα χαμηλά και αμετάβλητα για πολλά χρόνια επίπεδα των κρατικών τιμολογίων,
η έμφαση στη δημοπράτηση έργων μεγάλου μεγέθους,
οι μεγάλες καθυστερήσεις του δημόσιου τομέα για την αποπληρωμή έργων που έχουν εκτελεστεί, γεγονός που ωθεί τους εργολήπτες σε σημαντική δανειακή επιβάρυνση,
το υψηλό κόστος τραπεζικού δανεισμού, το οποίο πλήττει ιδιαίτερα τις μικρότερες εταιρείες,
το συνεχώς αυξανόμενο κόστος των οικοδομι-κών υλικών, ιδιαίτερα κατά το 2008,
το αναχρονιστικό και αναποτελεσματικό θεσμι-κό πλαίσιο ανάθεσης δημοσίων έργων.
Οι ανωτέρω τάσεις έχουν σαν συνέπεια την έξοδο πολλών επιχειρήσεων από τον κλάδο, φαινόμενο ιδιαίτερα έντονο στους μικρότερου μεγέθους εργολήπτες (κυρίως ατομικές εταιρείες).
Παράλληλα, όσες επιχειρήσεις παραμένουν στην αγορά αναγκάζονται να προβαίνουν σε περικοπές προσωπικού, με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας στον κλάδο.
Η μειωμένη δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα των εταιρειών, πιθανολογείται ότι θα εντείνει το κύμα πτωχεύσεων, ενώ εκτιμάται ότι ακό-μα και επιχειρήσεις που κατέχουν πτυχία 7ης και 6ης τάξης θα υποβαθμιστούν, καθώς δεν θα ικανοποιούν τα οικονομικά κριτήρια των συγκεκριμένων πτυχίων.
Προοπτικές - Προτάσεις
Οι αναλυτές της Hellastat καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ελπίδες του κλάδου για αναθέρμανση εναπόκεινται στους πόρους Δ ΚΠΣ. Σημαντικό μέρος των κονδυλίων αναμένεται ότι θα



