Ωστόσο, η πραγματική εικόνα αποτυπώνεται στις καθαρές αποδοχές, όπου η αύξηση εμφανίζεται αισθητά περιορισμένη και διαφοροποιείται ανά ηλικιακή κατηγορία. Για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών, οι καθαρές αποδοχές φτάνουν τα 797 ευρώ, με όφελος περίπου 54 ευρώ τον μήνα, κυρίως λόγω των νέων φορολογικών δεδομένων που προβλέπουν μηδενισμό φορολόγησης για τους νέους. Στην ομάδα 26–30 ετών, τα καθαρά διαμορφώνονται στα 781 ευρώ (+38 ευρώ), ενώ για όσους είναι άνω των 30 ετών, η μηνιαία καθαρή αύξηση κυμαίνεται περίπου από 29 έως 35 ευρώ, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση.
Την ίδια ώρα, η αύξηση επεκτείνεται και στο Δημόσιο, όπου τα μισθολογικά κλιμάκια ενισχύονται επίσης κατά 40 ευρώ, σε συνέχεια προηγούμενων αυξήσεων τα δύο τελευταία έτη. Συνολικά, από το 2019 η άνοδος του κατώτατου μισθού φτάνει τα 270 ευρώ μηνιαίως (+41,54%).
Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, επισημαίνει ότι πρόκειται για την έκτη διαδοχική αύξηση, με στόχο την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος «εντός των αντοχών της οικονομίας», ενώ συνδέει την εξέλιξη αυτή με τη μείωση της ανεργίας και την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων.
Προφανώς, βέβαια, και πάλι η αύξηση αυτή δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την απώλεια της αγοραστικής δύναμης, λόγω πληθωρισμού, ειδικά για όσους και όσες έχουν να καλύψουν και τη δαπάνη του ενοικίου.
Το «καθαρό» όφελος και το κόστος
Ετσι, η αύξηση των 40 ευρώ μεικτά μεταφράζεται σε σαφώς χαμηλότερο καθαρό όφελος. Εργαζόμενος χωρίς προϋπηρεσία θα δει περίπου 27,7 ευρώ καθαρά επιπλέον τον μήνα, με το ποσό να φτάνει κοντά στα 30 ευρώ με μία τριετία και έως 35 ευρώ με τρεις τριετίες.
Μη μισθολογικό κόστος
Αντίθετα, το συνολικό κόστος για τον εργοδότη αυξάνεται από περίπου 48 έως και πάνω από 60 ευρώ. Περίπου τα μισά από την αύξηση κατευθύνονται σε εισφορές και φόρους, γεγονός που εξηγεί τη συντονισμένη παρέμβαση, με δημόσιες τοποθετήσεις, φορέων επιχειρήσεων για μείωση των ασφαλιστικών βαρών
Σημειώνεται, πάντως, ότι η αύξηση εντάσσεται στο εύρος που είχε εισηγηθεί η επιστημονική επιτροπή (€910–€924), επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενίσχυση των εισοδημάτων και τις αντοχές των επιχειρήσεων, σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από διεθνή αβεβαιότητα.
Τα έσοδα
Παράλληλα, το Δημόσιο αναδεικνύεται έτσι σε βασικό ωφελημένο: από τα 40 ευρώ της αύξησης, περίπου 21 ευρώ επιστρέφουν σε φόρους και εισφορές. Στην περίπτωση εργαζομένων με περισσότερη προϋπηρεσία, το ποσό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο.
Οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας
Η αύξηση επηρεάζει άμεσα όχι μόνο τους χαμηλόμισθους, αλλά και το σύνολο της αγοράς εργασίας, καθώς συμπαρασύρει επιδόματα (μητρότητας, ανεργίας κ.ά.), τριετίες και τον μέσο μισθό, ο οποίος σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ έφτασε το 2025 τα 1.516 ευρώ μεικτά.
Η αντίδραση της ΓΣΕΕ: «Δεν αρκεί»
Από την πλευρά της, η ΓΣΕΕ ασκεί κριτική, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την απώλεια αγοραστικής δύναμης λόγω ακρίβειας.
Το Ινστιτούτο Εργασίας της Συνομοσπονδίας εκτιμά ότι ένας κατώτατος μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης θα έπρεπε να φτάνει τα 1.052 ευρώ μεικτά. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού δεν θα πρέπει να γίνεται μονομερώς, αλλά μέσω ουσιαστικού διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους.
Η ΓΣΕΕ επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη ενίσχυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, θεωρώντας ότι μόνο μέσω των συλλογικών συμβάσεων μπορούν να διασφαλιστούν βιώσιμες αυξήσεις και αξιοπρεπείς όροι εργασίας.
Οι «δύο ταχύτητες» στους μισθούς
Την ίδια στιγμή, η εικόνα της αγοράς εργασίας εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις. Υπάρχουν κλάδοι όπου οι μέσοι μισθοί ξεπερνούν τα 2.000 ευρώ, όπως τα χρηματοοικονομικά, η ενέργεια, η πληροφορική, η έρευνα και η φαρμακοβιομηχανία.
Οι κλάδοι
Πιο συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα, χθες, με αφορμή τις ανακοινώσεις για τον κατώτατο μισθό, η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως υπάρχουν 5 σημαντικοί κλάδοι με μέσο μισθό πάνω από 2.000 €.
Η εικόνα, δε, για τις αμοιβές αυτές διαμορφώνεται είτε με επιχειρησιακές συμβάσεις, είτε με ατομικές.
Έτσι, με βάση την Εργάνη, ο Μέσος Μισθός στα Χρηματοοικονομικά είναι στα 2.940 €, κάτι που αφορά 39.162 εργαζόμενους. Κι αυτό την ώρα που ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης είναι τα 1.516 € / μήνα., πάντα με αναφορά στα μεικτά.
‘Έτσι, στην παροχή ενέργειας ο μέσος μεικτός μισθός είναι στα 2.613 € και αφορά 23.071 εργαζόμενους. Στον προγραμματισμό Η/Υ και παροχή συμβουλών ο μέσος μισθός είναι 2.324 € και αφορά 48.515 εργαζόμενους.
Στις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης ο μέσος μισθός είναι 2.175 € για 12.023 εργαζόμενους, ενώ στη φαρμακοβιομηχανία ο μισθός είναι 2.108 € για 17.272 εργαζόμενους.
Καταγράφεται, δε, όπως αναφέρθηκε, ο επιδραστικός ρόλος της βιομηχανίας, όπου 46 κλάδοι παρέχουν μέσο μισθό υψηλότερο από αυτόν του συνόλου της οικονομίας. Οι, δε, 20 από αυτούς (43%) αποτελούν αμιγώς βιομηχανικούς/μεταποιητικούς κλάδους.
Όπως ανέφερε η υπουργός καταγράφεται μια ανάπτυξη κλάδων υψηλής παραγωγικότητας (σε σχέση με το 2019) με επιπλέον θέσεις εργασίας
Έτσι, στον προγραμματισμός Η/Υ και παροχή συμβουλών οι επιπλέον θέσεις, σε σχέση με το 2019 είναι 25.066, μια αύξηση 107%, στις κατασκευές 49.267 επιπλέον θέσεις με αύξηση 88%, στη φαρμακοβιομηχανία 6.531 επιπλέον θέσεις με αύξηση 61% και στα Logistics, οι επιπλέον θέσεις είναι 30.934, μια αύξηση 34%. Στις υπηρεσίες υγείας οι επιπλέον θέσεις είναι 26.450 με αύξηση 32%, σε σχέση με το 2019 ενώ στη βιομηχανία είναι 66.041 μια αύξηση 22%.
Οι υψηλότερες αποδοχές προκύπτουν κυρίως μέσα από επιχειρησιακές ή ατομικές συμβάσεις, γεγονός που αναδεικνύει τις ανισότητες μεταξύ κλάδων και ειδικοτήτων. Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική αύξηση της απασχόλησης σε τομείς υψηλής παραγωγικότητας, όπως η πληροφορική, οι κατασκευές και τα logistics.
Το «κλειδί» των συλλογικών συμβάσεων
Στο επίκεντρο της συζήτησης επανέρχεται ο ρόλος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Το υπουργείο Εργασίας θέτει ως στόχο την επέκταση της κάλυψης των εργαζομένων από τέτοιες συμβάσεις, εκτιμώντας ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.
Η κατεύθυνση αυτή ενισχύεται και θεσμικά, με στόχο μια πιο ισορροπημένη διαμόρφωση των αποδοχών στην αγορά εργασίας, πέρα από τις οριζόντιες αυξήσεις του κατώτατου μισθού.
Η συνολική εικόνα
Πάντως, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν βελτίωση σε βασικούς δείκτες της αγοράς εργασίας, που ωστόσο δεν έχουν αναλογικά αποτυπωθεί στην αγοραστική δύναμη που σεπηρεάζεται καταλυτικά από τον πληθωρισμό. Ετσι, : το 63,5% των εργαζομένων λαμβάνει πλέον μισθό άνω των 1.000 ευρώ, έναντι 36,3% το 2019, ενώ ο μέσος μισθός έχει αυξηθεί κατά περίπου 20% την ίδια περίοδο. Παράλληλα, το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών εμφανίζει μείωση.
Ουσιαστικά, παρά τη βελτίωση των δεικτών, το βασικό ερώτημα παραμένει: κατά πόσο οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό αρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής. Και σε αυτό το σημείο, η απάντηση φαίνεται να περνά –όλο και πιο έντονα– μέσα από την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, που αναδεικνύονται σε κρίσιμο παράγοντα για τη διαμόρφωση βιώσιμων και δίκαιων αποδοχών.






