Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, παρουσία τόσο του Παύλου Πολάκη όσο και του Γιάννη Στουρνάρα, ανακοίνωσε την απαλλαγή λόγω αμφιβολιών του κατηγορούμενου υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, η οποία ανέφερε ότι «Δεν προέκυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έγινε καταγραφή. Αντίκειται στη λογική ένα πρόσωπο που έχει σκοπό να κάνει παράνομη πράξη, να το αναφέρει στο συνομιλητή. Ζητώ την απαλλαγή του λόγω αμφιβολιών».
Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κάλεσε τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος να ακούσει το σκεπτικό του δικαστηρίου, το οποίο δεν διαπίστωσε όφελος του κ. Πολάκη από την ηχογράφηση, ενώ έκρινε πως ο καταγεγραμμένος διάλογος δεν έχει κανένα ενδιαφέρον τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Το περιεχόμενο της συνομιλίας είναι «ψόφιο». Δεν έχει έξτρα όφελος το να σας ηχογραφήσει, μπορεί να το μεταφέρει απλώς στην εφημερίδα. Ποιο το όφελος που θα κέρδιζε ηχογραφώντας; Άρα (υπάρχουν) αμφιβολίες. Αθώος».
Στην κατάθεσή του ο κ. Στουρνάρας είπε πως όταν του τηλεφώνησε ο κ. Πολάκης του είπε πως τον ηχογραφεί, πλην όμως δεν τον πίστεψε, αναφέροντας: «Του είπα θα αστειεύεστε, είναι παράνομο αυτό. Ήταν για ένα δάνειο που είχε λάβει από την Attica bank και μου ζήτησε να ελέγξω και άλλα δάνεια. Σκοπός της δημοσίευσης (της συνομιλίας) ήταν με εκφοβίσει και να με απειλήσει ώστε να σταματήσω τον έλεγχο στο δάνειο του».
Από την πλευρά του ο Παύλος Πολάκης, απολογούμενος τόνισε πως ο κεντρικός τραπεζίτης μέσω δικού του ανθρώπου είχε διαρρεύσει στον Τύπο για το δάνειο που είχε πάρει υποστηρίζοντας ότι: «Έδρασε εκδικητικά απέναντι μου και μόλις βγήκε η απάντηση του ελέγχου ότι το δάνειο μου είναι εντάξει, ζήτησα να τον πάρω τηλέφωνο. Ήθελα να τον εκθέσω. Να δημοσιοποιήσω όσα είπαμε».






