Ο κ. Γεραπετρίτης, με αφορμή τη συνάντησή του με τον Μπελγκασέμ Χαφτάρ, χθες, στο Μέγαρο Μαξίμου, δήλωσε ότι η Ελλάδα προσπαθεί να έχει μια πολυδιάστατη και ισόρροπη πολιτική στην Λιβύη κάτι το οποίο είναι γιατί «αυτή τη στιγμή έχουμε δύο κυβερνήσεις, μια στην Ανατολική και μια στη Δυτική Λιβύη οι οποίες έχουν διαφορετικά όργανα και μεταξύ τους είναι ανταγωνιστικές. Προσπαθούμε να ισορροπήσουμε μεταξύ των δύο εξ ου και χθες υποδέχτηκα το γενικό διευθυντή του φορέα Οικονομικής ανασυγκρότησης -σχεδόν υπουργός Οικονομικών με τα δικά μας μεγέθη – και την επόμενη εβδομάδα θα έχω τον υπουργό Οικονομικών της άλλης πλευράς, της Δυτικής Λιβύης. Και στις δύο περιπτώσεις εκείνο το οποίο είναι μείζον είναι να αναπτύξουμε μια πολύπλευρη σχέση, οικονομική και εμπορική, μια συνεργασία η οποία θα αφορά τα Σώματα Ασφαλείας για την προστασία του μεταναστευτικού και βέβαια όσο περισσότερο εγκαθιστάμεθα τόσο αποτρέπουμε και τετελεσμένα. Για το επόμενο διάστημα έχω την αίσθηση ότι δεν διατρέχουμε κίνδυνο από τις συζητήσεις που είχα σε σχέση με την ενδεχόμενη κύρωση. Είμαστε σε μια μόνιμη επιφυλακή».
Αναφορικά με την υπόθεση κύρωσης του μνημονίου, ο υπουργός τόνισε ότι δεν πρόκειται για κάτι το οποίο δεν μπορεί να δεσμευτεί ο ίδιος διότι είναι ένα ζήτημα που αφορά το κοινοβούλιο της Ανατολικής Λιβύης ενώ στην πραγματικότητα μιλάμε για την εκτελεστική λειτουργία. Όπως ανεφερε, «εκείνο το οποίο συζητήσαμε είναι ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα διαμορφώνει αυτές τις πολύπλευρες γέφυρες, και οικονομικές και εμπορικές, είναι προφανές ότι τα συμφέροντα των δύο χωρών γίνονται όλο και περισσότερο κοινά. Όταν γίνονται τα συμφέροντα κοινά αποτρέπεται και οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα. Καταλαβαίνουμε βεβαίως ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο και ανυπόστατο επί της ουσίας, ακόμα δηλαδή και αν είχαμε μια κύρωση από το κοινοβούλιο -την οποία δεν την βλέπω για το εγγύς μέλλον- αυτό δεν θα το καθιστούσε νόμιμο για τον απλούστατο λόγο ότι Τουρκία και Λιβύη δεν είναι γειτονικά κράτη. Η προσπάθειά μας είναι να ξεκινήσουμε μια τεχνική συζήτηση με την Λιβύη έτσι ώστε να οριοθετήσουμε εμείς όπως κάναμε με την Αίγυπτο. Εκτιμώ ότι έως το τέλος του έτους θα έχουμε δρομολογήσει έναν οδικό χάρτη για να ξεκινήσει η συζήτηση η οποία δεν είναι εύκολη».
Ο κ. Γεραπετρίτης απέρριψε τον ισχυρισμό ότι εγκαταλείφθηκε η προσέγγιση με τον Χαφτάρ, καθώς η Ελλάδα προσπάθησε να αναπτύξει σχέσεις και με τη Δυτική Λιβύη, καθώς το τουρκολιβυκό μνημόνιο υπογράφηκε από την κυβέρνησή της το 2019 και τότε δημιουργήθηκε το πρόβλημα με τις θαλάσσιες ζώνες. Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης, ήδη από το 2023 ήταν να μπορέσει αναπτύξει σχέσεις εκτός από την Ανατολική και με τη Δυτική Λιβύη. «Στην πραγματικότητα το τελευταίο διάστημα έχει ελαχιστοποιηθεί η μεταναστευτική ροή από τη Λιβύη. Είμαστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα η οποία αυτή τη στιγμή συνομιλεί με τις δύο πλευρές της Λιβύης στο ανώτατο επίπεδο. Δεν έχει υπάρξει καμία κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου άρα η προσπάθεια η οποία γίνεται με τη Λιβύη για να αναπτυχθούν οι σχέσεις μας κρίνεται προς ώρας απολύτως επιτυχής».
Σχετικά με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας -Κύπρου και την πόντιση του καλωδίου, ο υπουργός Εξωτερικών δήλωσε: «Το συγκεκριμένο πρόγραμμα ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας -Κύπρου και Ισραήλ είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό έργο πρωτίστως για την Κύπρο διότι σκοπός είναι να άρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου. Αυτό είναι το μείζον και εξ αυτού του λόγου η ΕΕ έχει αναλάβει ένα μέρος της χρηματοδότησης αυτής. Η Ελλάδα εξ αρχής στάθηκε όχι απλώς αρωγός αλλά επισπεύδον του ζητήματος αυτού και ο Πρωθυπουργός και εγώ με επανειλημμένες δηλώσεις μας έχουμε διατρανώσει ότι η Ελλάδα επιθυμεί τη συνέχιση του έργου και ότι το έργο θα συνεχιστεί. Υπήρξαν πράγματι τις τελευταίες ημέρες ορισμένα ζητήματα που ήταν τεχνικοοικονομικής φύση σε σχέση με τη βιωσιμότητα του έργου, νομίζω ότι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβε με σαφή τρόπο να επαναλάβει ότι πρόκειται για στρατηγικής σημασίας έργο. Στο μέτρο που θα διεκπεραιωθούν ορισμένα τεχνικοοικονομικά ζητήματα το έργο θα προχωρήσει, και σε συνεργασία με την εταιρεία που θα κάνει τον προγραμματισμό της το αμέσως επόμενο διάστημα».
Μάλιστα, τόνισε πως εκτιμά πως μέσα στο 2025 θα ξεκινήσει ο προγραμματισμός, καθώς οι αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών, που είναι αναγκαίες, λήφθηκαν τον Ιούλιο. «Υπάρχουν συμφέροντα τα οποία θα ήθελαν την μη εκτέλεση του έργου και είναι προφανές. Όταν έχεις ακριβή ενέργεια υπάρχουν συμφέροντα τα οποία θέλουν να παραμείνει ακριβή σε αυτό εμείς θα είμαστε αμείλικτοι και επειδή βλέπω ότι αρχίζει να υπάρχει μια υποβόσκουσα τάση ακούμε διάφορες ακρότητες και χυδαιότητες, αυτά σε εμάς δεν πρόκειται να περάσουν, θα είμαστε αμείλικτοι και θα χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο έτσι ώστε να μην έχουμε περιπτώσεις ιδιωτικών συμφερόντων τα οποία θα υπονομεύσουν το έργο».
Σύμφωνα με τον κ. Γεραπετρίτη, η ηλεκτρική διασύνδεση είναι κομβική για την Ελλάδα, αλλά και την Κύπρο, όπου παρατηρούνται υψηλές τιμές ενέργειας: «Εκείνο που είναι αντικειμενικό δεδομένο είναι ότι η τιμή ενέργειας στην Κύπρο είναι πάρα πολύ ακριβή άρα αντιλαμβανόμαστε ότι οποιοσδήποτε έλκει συμφέροντα θα ήθελε να παραμείνει ακριβή. Θέλω να τονίσω ότι όλο αυτό το διάστημα υπήρχε σύμπνοια με την Κυπριακή Δημοκρατία, για μας το έργο αυτό είναι πολύ μεγάλης σημασίας, δημιουργεί νέα δεδομένα στον ενεργειακό χάρτη είναι το μεγαλύτερο έργο σε έκταση ηλεκτρικής διασύνδεσης και προφανώς υπερβαίνει τα οικονομικά. Όποιος θεωρεί ότι με επιθέσεις ή με άλλα μέσα θα μπορέσει να υπονομεύσει τον στρατηγικό χαρακτήρα του έργου κάνει μεγάλο λάθος και θα βρεθεί απέναντι σε συνέπειες».
Ερωτηθείς αν φοβούνται τις απειλές της Άγκυρας σε σχέση με την ηλεκτρική διασύνδεση, ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε πως η Ελλάδα δεν φοβάται απειλές τρίτων χωρών. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έκανε θαλάσσιο χωροταξικό, προκήρυξη για θαλάσσια οικόπεδα και θαλάσσια πάρκα. «Για εμάς οι οποιεσδήποτε εν δυνάμει απειλές δεν αποτελούν ποτέ τροχοπέδη για να λάβουμε μια απόφαση η οποία είναι προς το εθνικό συμφέρον. Εάν αποφασίσουμε, κλείσουμε τα εκκρεμή θέματα και στο μέτρο που κλείσουν προχωρήσουμε -το οποίο ευελπιστώ ότι θα γίνει σύντομα- και η Τουρκία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα επιλέξει να παρεμποδίσει το έργο προβλέπονται πάρα πολύ συγκεκριμένες συνέπειες για το ζήτημα αυτό».
Ερωτηθείς αν οι εταιρείες που θα αναλάβουν το έργο νοτίως της Κρήτης υπάρχει περίπτωση να αναλάβουν και την άλλη πλευρά, ο υπουργός τόνισε ότι «εμείς δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να αναλάβουν και την άλλη πλευρά αρκεί η χωροθέτηση να βρίσκεται στην θαλάσσια περιοχή την οποία έχουμε χαρακτηρίσει εμείς ως ελληνική ΑΟΖ. Όταν θα έρθει η Chevron με το καλό να εκδηλώσει ενδιαφέρον, και ξέρετε τι σημαίνει ένας αμερικανικός κολοσσός πέραν από οικονομικά και γεωπολιτικά να έρχεται και να επενδύει πάνω σε κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, τότε στο πεδίο θα δούμε ποιος έχει τα οικόπεδα και ποιος όχι κατά την αντίληψη πλέον εκείνων οι οποίοι δεν θα διακινδύνευαν τη συμμετοχή τους. Άρα στο μέτρο που θα σεβαστούν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα δεν έχουμε καμία απολύτως αντίρρηση η ίδια εταιρεία να αναλάβει και τη θαλάσσια δικαιοδοσία της Λιβύης».
Σχετικά με την συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον κ. Ερντογάν στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο κ. Γεραπετρίτης ανέφερε πως οι συναντήσεις αυτές δεν είναι ποτέ εθιμοτυπικές διότι έχουν έναν υψηλό συμβολισμό. «Η βασική επιδίωξη αυτού του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι ότι αντιλαμβανόμενοι τις διαφορές μας να μπορούμε να συζητούμε σε ένα επίπεδο ώστε να μην παράγονται κρίσεις. Μέχρι σήμερα έχουμε καταφέρει, σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, να έχουμε μια λειτουργική σχέση. Να θυμίσω ότι πριν από τρία χρόνια είχαμε δεκάδες χιλιάδες παράτυπους μετανάστες να έρχονται από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, είχαμε χιλιάδες παραβιάσεις του εναερίου χώρου αντ’ αυτού σήμερα έχουμε απολύτως ελαχιστοποιήσει τις παραβιάσεις, έχουμε τουρισμό αντί να έχουμε παράτυπη μετανάστευση και έχουμε μια σχέση η οποία δεν παράγει εντάσεις.
Σε ότι αφορά τα ζητήματα τα μείζονα, τα γεωπολιτικά έχει αλλάξει τα τελευταία δύο χρόνια ότι η Ελλάδα έχει αναλάβει μια σειρά από πρωτοβουλίες οι οποίες αναφέρονται στο Αιγαίο και στην Ανατολική Ευρώπη. Είπαμε ότι αναγνωρίζοντας τη μεγάλη υποκείμενη διαφορά μας, που είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, εμείς τοποθετούμαστε στον χάρτη με τον θαλάσσιο χωροταξικό, με την προκήρυξη των οικοπέδων, με τα θαλάσσια πάρκα άρα αυτό είναι λογικό να προκαλέσει σε ένα βαθμό μια αντίδραση από την άλλη πλευρά αντιλαμβανόμαστε όλοι όμως ότι δεν πρόκειται να αποστούμε από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Εάν η Τουρκία το επιθυμεί να πάμε σε μια συζήτηση επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου και επί τη βάσει τελικά διεθνούς δικαιοδοσίας για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης ιδού η Ρόδος αλλά να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται να υπάρχει καμία απολύτως παραχώρηση σε σχέση με τις εθνικές μας γραμμές. Η διαφορά μας είναι μια και αφορά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, δεν υπάρχει άλλη διαφορά, και συζητούμε μόνον επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου».
Ο κ. Γεραπετρίτης επιβεβαίωσε το γεγονός ότι σε άμεσο χρόνο δεν θα υπάρξει αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους, όμως, όπως τόνισε, αυτό είναι κάτι το οποίο είναι μέσα στην πολιτική της κυβέρνησης. Η επόμενη κίνηση θα γίνει στον κατάλληλο χρόνο.
Ερωτηθείς αν θα στείλουμε στρατιωτικές δυνάμεις στην περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία στην Ουκρανία, ο υπουργός απέρριψε το ενδεχόμενο η Ελλάδα να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στο πεδίο, αλλά η χώρα θα στείλει ανθρωπιστική βοήθεια στην περιοχή και θα βοηθήσει στην ανασυγκρότηση της Ουκρανίας.
Όπως επισήμανε, υπάρχει μια ενιαία εξωτερική πολιτική. «Την εξωτερική πολιτική αυτή δεν την χαράσσω εγώ, την χαράσσει το ΚΥΣΕΑ υπό την προστασία του Πρωθυπουργού και με τη συμμετοχή όλων των συναρμόδιων υπουργών. Εγώ στο ΚΥΣΕΑ δεν έχω δει ποτέ να υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία άρα μια ενιαία εξωτερική πολιτική. Σε όλα τα πεδία έχουμε καταφέρει να αυξήσουμε το διπλωματικό μας αποτύπωμα. Ακούω δυστυχώς την κριτική η οποία γίνεται στα εθνικά, κριτική η οποία είναι πολύ ρηχή και εύπεπτη».
Καταλήγοντας, ο κ. Γεραπετρίτης δήλωσε ενοχλημένος από τους χαρακτηρισμούς που έχουν ακουστεί κατά καιρούς: «Εγώ προσήλθα στην πολιτική χωρίς να έχω καμία απολύτως φιλοδοξία. Δεν θέλω να γίνω αρεστός, θέλω να είμαι ωφέλιμος για την πατρίδα μου από την άλλη όμως θεωρώ αδιανόητο για τον Πρωθυπουργό ή για τον υπουργό εξωτερικών της χώρας να ακούγονται τέτοιοι απερίγραπτοι χαρακτηρισμοί, υπάρχει ένα όριο το οποίο έχει απολύτως χαθεί. Βεβαίως λοιπόν με ενοχλεί, είναι κάτι το οποίο δεν συνάδει ούτε στο επίπεδο του πολιτικού λόγου, εγώ θα συνεχίσω την υπηρεσία προς την πατρίδα για όσο χρόνο θα το πράξω με σύνεση, με σωφροσύνη εισφέροντας την όποια γνώση έχω. Όλα αυτά τα οποία μου προσάπτουν τα ακούω αλλά θα προτιμούσα περισσότερα επιχειρήματα παρά κραυγές».






