Οι ίδιες πληροφορίες τονίζουν ότι «για πρώτη φορά τέθηκε ανοιχτά το ζήτημα του casus belli από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης». Όπως αναφέρουν, «δεν μπορείς να θες να μπεις στο SAFE και να διατηρείς την απειλή πολέμου. Δεν μπορείς να έχεις ανοιχτή απειλή πολέμου απέναντι σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, για την απουσία επαφής με τον Τούρκο πρόεδρο διευκρινίζεται ότι «υπήρχε πραγματικός λόγος» και ότι «σε τέτοιες διοργανώσεις τα προγράμματα των ηγετών είναι σύνηθες να αλλάζουν». Ενδεικτικά αναφέρεται ότι «και με τη Τζόρτζια Μελόνι ακυρώθηκε συνάντηση για τον ίδιο λόγο».
Διευκρινίζεται, επίσης, ότι «στη δεξίωση του Αμερικάνου προέδρου δεν υπήρξε συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν». Η ελληνική πλευρά δεν δίνει μεγάλη πιθανότητα στο ενδεχόμενο τουρκικής σκοπιμότητας.
Σε σχέση με τις ΗΠΑ, σημειώνεται ότι «υπάρχει καλή επικοινωνία με το Ντόναλντ Τραμπ και δεν θα αργήσουμε πολύ να τα πούμε ξανά». Για τη συνάντηση με την κ. Γκιλφόιλ, οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι «ήταν μια συνάντηση γνωριμίας και φάνηκε να γνωρίζει καλά τα ζητήματα της περιοχής».
Όσον αφορά στο ενεργειακό καλώδιο, επισημαίνεται ότι «θα υπάρξει ενημέρωση για τις κινήσεις όταν ο καιρός είναι κατάλληλος». Προστέθηκε, όμως, ότι «υπήρξε μια ξεκάθαρη τοποθέτηση του Κύπριου Προέδρου» και πως «είναι σαφές ότι παραμένει ενεργό το ενδιαφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Ο Πρωθυπουργός, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΟΗΕ, συζήτησε με τον Γενικό Γραμματέα για τη Λιβύη και την πολιτική διαδικασία που θα οδηγήσει σε μια σταθερή κυβέρνηση μέσω ελεύθερων εκλογών, «με τη Λιβύη να καθορίζει το μέλλον της χωρίς ξένες επιρροές». Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε πως «ξεκινήσαν με τη Λιβύη τεχνικές συζητήσεις για οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας». Όπως τονίστηκε, «είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να συζητάμε με τη Λιβύη, έχουμε αντικείμενες ακτές. Η Τουρκία δεν έχει κανένα λόγο στη συζήτηση αυτή».
Αναφορικά με την κριτική της αντιπολίτευσης για την ακύρωση της συνάντησης με τον Τούρκο πρόεδρο, οι ίδιες πληροφορίες επισημαίνουν ότι «και σε εποχές που ο Ερντογάν αρνείται να συζητήσει μαζί μας, εμείς επιμείναμε σε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει καμία υποχώρηση από τα κυριαρχικά μας δικαιώματα».
Υπογραμμίζεται παράλληλα η «ενεργητική πολιτική επί του πεδίου», όπως «τα θαλάσσια πάρκα και ο ελληνικός χωροταξικός σχεδιασμός», αλλά και το «επιβεβαιωμένο ενδιαφέρον της Chevron».
Η Αθήνα επιδιώκει διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και δεν δείχνει να ανησυχεί για το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, στο οποίο η Ελλάδα ήδη έχει εισαχθεί. Πληροφορίες από την ελληνική πλευρά αναφέρουν ότι «το 2019 η Τουρκία είχε παραγγείλει 100 F-35. Εμείς δεν είχαμε ούτε ένα αναβαθμισμένο F-16, δεν ήμασταν στο πρόγραμμα των F-35, ούτε είχαμε αγοράσει τα Rafale. Σήμερα έχουμε 42 αναβαθμισμένα F-16 σε έκδοση VIPER (από τα 82 που θα έχουμε με την ολοκλήρωση του προγράμματος εντός της επόμενης διετίας), 24 Rafale και είμαστε στο πρόγραμμα των F-35».
«Ενισχύουμε και θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις ώστε να διαθέτουμε σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα. Δεν ετεροπροσδιοριζόμαστε. Αυτά που πρέπει να γίνουν για την ασφάλεια της χώρας, γίνονται», αναφέρουν οι ίδιες πηγές.





