Ο ψυχίατρος Ran Barzilay, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και πατέρας τριών παιδιών, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής στάσης που παρατηρείται. Ενώ τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του απέκτησαν κινητό πριν τα 12, αποφάσισε ότι το μικρότερο παιδί του δεν θα αποκτήσει smartphone σύντομα. Η μελέτη του, που περιλάμβανε περισσότερα από 10.500 παιδιά στις ΗΠΑ, έδειξε ότι όσα παιδιά έλαβαν κινητό στα 12 αντί στα 13 είχαν πάνω από 60% αυξημένο κίνδυνο κακής ποιότητας ύπνου και πάνω από 40% αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας.
Για πολλά χρόνια, η συζήτηση γύρω από τα smartphones και τους εφήβους βασιζόταν κυρίως σε προσωπικές εμπειρίες και αντικρουόμενες απόψεις. Εκπαιδευτικοί, γονείς και γιατροί εξέφραζαν ανησυχίες, αλλά τα επιστημονικά δεδομένα ήταν περιορισμένα. Αυτό άρχισε να αλλάζει ριζικά το 2025, όταν μεγάλες, μακροχρόνιες μελέτες άρχισαν να καταγράφουν με σαφήνεια τις επιπτώσεις της ψηφιακής υπερβολής.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η έντονη χρήση οθονών σχετίζεται με μείωση της γνωστικής απόδοσης, όπως χαμηλότερη ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, μειωμένη προσοχή και ασθενέστερη μνήμη. Παράλληλα, αυξάνονται τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης, ιδιαίτερα σε παιδιά με υψηλή ενασχόληση με τα κοινωνικά δίκτυα. Ο ύπνος επιδεινώνεται όσο οι οθόνες χρησιμοποιούνται αργά το βράδυ, ενώ καταγράφεται και συσχέτιση με αύξηση σωματικού βάρους.
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά το αν οι οθόνες επηρεάζουν τους εφήβους, αλλά το πόσο εκτεταμένη είναι αυτή η επίδραση και ποια μέτρα είναι διατεθειμένη να λάβει η κοινωνία. Η Αυστραλία έγινε η πρώτη χώρα που απαγόρευσε τη χρήση κοινωνικών δικτύων σε παιδιά κάτω των 16 ετών, ενώ παρόμοια μέτρα εξετάζονται και αλλού. Στις ΗΠΑ, αρκετές πολιτείες έχουν ήδη θεσπίσει περιορισμούς, με πολιτικούς να χαρακτηρίζουν την παιδική χρήση social media ζήτημα δημόσιας υγείας.
Η επιστημονική πρόοδος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μελέτη Adolescent Brain and Cognitive Development (ABCD), η οποία παρακολουθεί σχεδόν 12.000 παιδιά από την παιδική ηλικία έως την εφηβεία. Χάρη σε αυτά τα δεδομένα, οι ερευνητές μπορούν να εξετάζουν μακροπρόθεσμες επιδράσεις της τεχνολογίας.
Σημαντικό εύρημα πρόσφατης μελέτης ήταν η διάκριση ανάμεσα στον συνολικό χρόνο χρήσης και στη λεγόμενη «εθιστική χρήση». Ο απλός χρόνος μπροστά στην οθόνη δεν προέβλεπε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού, όμως η καταναγκαστική χρήση –όταν το παιδί δυσκολεύεται να αποχωριστεί τη συσκευή– συνδέθηκε με δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα videogames σχετίζονται περισσότερο με εσωτερικευμένα προβλήματα, όπως άγχος και κατάθλιψη, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα με εξωτερικευμένες συμπεριφορές, όπως επιθετικότητα και παραβίαση κανόνων.
Άλλες μελέτες έδειξαν ότι ακόμη και χαμηλή, αλλά αυξανόμενη χρήση κοινωνικών δικτύων σχετίζεται με ελαφρώς χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ μνήμης, λεξιλογίου και ανάγνωσης. Αν και οι διαφορές είναι μικρές, είναι σταθερές και σωρευτικές. Η συνεχής διάσπαση προσοχής που προκαλούν τα social media φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα συγκέντρωσης.
Παρά τα ανησυχητικά δεδομένα, οι ειδικοί τονίζουν ότι η τεχνολογία δεν είναι από μόνη της εχθρός. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το πότε και πώς εισάγεται στη ζωή του παιδιού. Οι γονείς ενθαρρύνονται να καθυστερούν την απόκτηση smartphone, να δίνουν το καλό παράδειγμα με τη δική τους χρήση και να προτιμούν σταδιακές μειώσεις αντί για απόλυτες απαγορεύσεις.
Όπως υπογραμμίζει ο Barzilay, το θέμα δεν είναι η ενοχοποίηση των γονιών. Πολλοί έδωσαν κινητά στα παιδιά τους νωρίς επειδή απλώς δεν γνώριζαν τις συνέπειες. «Τώρα ξέρουμε», λέει. «Και μπορούμε να κάνουμε πιο συνειδητές επιλογές που θα στηρίξουν την υγεία και την ευημερία των παιδιών μας».







