Πιο συγκεκριμένα, στο πάνελ με τίτλο «Ποιες είναι οι προκλήσεις για τη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας στο μέλλον» που διεξήχθη την Τρίτη (9/12), ο Βύρων Κοτζαμάνης, Καθηγητής Δημογραφίας, Διευθυντής Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) περιέγραψε τις δημογραφικές εξελίξεις στη χώρα μας σε ορίζοντα μίας γενιάς, δηλαδή μέχρι το 2060. Εν απουσία μετανάστευσης, -όπως τόνισε- τα στοιχεία που προκύπτουν δείχνουν ότι η μόνη ηλικιακή ομάδα που θα αυξηθεί τα επόμενα χρόνια θα είναι εκείνη των 65 και άνω. Όπως παρατήρησε στην Ελλάδα θα έχουμε μια αύξηση μη αναστρέψιμη τόσο των ηλικιωμένων, όσο και των υπερηλίκων άνω των 85 ετών.
Παράλληλα, ο συνολικός πληθυσμός μας θα μειωθεί κατά 2 εκατ. τη στιγμή που ο αριθμός των ηλικιωμένων αναμένεται να αυξηθεί κατά 650 χιλιάδες. Από την άλλη, ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας, ελλείψει μετανάστευσης, αναμένεται να μειωθεί εξίσου αισθητά. Επισημαίνεται ότι πρόκειται για την ηλικιακή ομάδα που συνεισφέρει περισσότερο είτε άμεσα, είτε έμμεσα μέσω της φορολογίας στο σύστημα υγείας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ Κοτζαμάνης σημείωσε ότι θα έχουμε αυξημένα κόστη στη φροντίδα, γεγονός που οφείλεται στα διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά που θα έχουν οι άνθρωποι άνω των 65 το 2060. Σύμφωνα με τον ίδιο, «τα άτομα που θα περάσουν το νήμα των 65 ετών το 2060 θα είναι όλο και πιο μοναχικά – δε θα έχουν σύντροφο/συντρόφισσα, ούτε τέκνα»,- σε αντίθεση με τους σημερινούς ηλικιωμένους πολίτες, οι οποίοι συνήθως έχουν ένα διευρυμένο οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μπορούν να βασιστούν
Χρειάζονται λοιπόν αφενός μέτρα αντιμετώπισης των συνεπειών των παραπάνω μη αναστρέψιμων τάσεων, αλλά και μέτρα για την επίτευξη αναγκαίων και επιθυμητών αλλαγών. Για να διαχειριστεί λοιπόν το κράτος όλα τα παραπάνω, χρειάζεται σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη να αυξήσουμε αρχικά τα ποσοστά απασχόλησης στην ηλικιακή ομάδα των 20-29 ετών και ιδιαίτερα στις γυναίκες. Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να υπάρξουν λελογισμένες πολιτικές αναφορικά με τη μετανάστευση.
Η κ. Θεανώ Καρποδίνη από τη μεριά του ΕΟΠΥΥ, αναφέρθηκε καταρχάς στην πρόσκληση Ντράγκι στις χώρες της ΕΕ να επενδύσουν περισσότερο στις εταιρείες που ασχολούνται με το κομμάτι της έρευνας και της καινοτομίας. Σύμφωνα με την κ. Καρποδίνη, η χώρα μας θα πρέπει να διαμορφώσει ένα φιλικό περιβάλλον για την προσέλκυση των συγκεκριμένων εταιριών. Στην ίδια κατεύθυνση, επεσήμανε την ανάγκη η Ελλάδα να δημιουργήσει δεδομένα, προκειμένου να μπορεί να μετρήσει την αποτελεσματικότητα θεραπειών και φαρμάκων –ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που εντοπίζονται ελλείψεις.
«Το να έχουμε συνεπώς νέα γενόσημα, θα μας απελευθερώσει πόρους, ούτως ώστε σαν κράτος να έχουμε πρόσβαση σε νέα εργαλεία», όπως είπε η κ. Καρποδίνη.
«Προσπαθούμε τα τελευταία χρόνια μέσω της σάρωσης ορίζοντα (horizon scanning), να προβλέπουμε την επιβάρυνση του προϋπολογισμού μας, ώστε να λαμβάνουμε έγκαιρα μέτρα», ανέφερε επίσης η κ. Καρποδίνη. Ο ΕΟΠΥΥ έχει επιπλέον ξεκινήσει -όπως ενημέρωσε- τον έλεγχο των ιατροτεχνολογικών φαρμακευτικών προϊόντων σε πραγματικό χρόνο, με στόχο την αντιμετώπιση της υπερβάλλουσας δαπάνης. Η ολοκλήρωση του ψηφιακού μετασχηματισμού στην υγεία, η διαφάνεια και η λογοδοσία θα βοηθήσουν το σύστημα να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που έρχονται, κατέληξε η κ. Καρποδίνη.
Από τη σκοπιά των οικονομολόγων, ο Γιώργος Μέργος, ομότιμος καθηγητής στο ΕΚΠΑ, τόνισε η δημογραφική και τεχνολογική εξέλιξη δημιουργεί δυσμένεια για τη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας. «Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για χρηματοδότηση, αν δε γνωρίζουμε πώς καθορίζεται το ύψος της δαπάνης» σημείωσε.
Οι ανάγκες του συστήματος –σύμφωνα με τον ίδιο- είναι απεριόριστες, ενώ οι πόροι πεπερασμένοι. Όσοι εργάζονται στο σύστημα υγείας, έρχονται επιπλέον συχνά αντιμέτωποι με ηθικά ζητήματα, πχ ως προς το ποιος έχει ανάγκη / προτεραιότητα ως προς την πρόσβαση στη φροντίδα.
Όσον αφορά δε τις «αναπόφευκτες» σπατάλες και την ανάγκη ελέγχου της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας τόνισε: «Λυπάμαι που το λέω αλλά στο δικό μας σύστημα υγείας περισσεύουν φάρμακα, γεγονός που σε άλλες χώρες δε συμβαίνει». «Εάν δεν υπάρξει έλεγχος της αποτελεσματικότητας των πόρων, η συζήτηση για τη χρηματοδότηση είναι ανώφελη», όπως σημείωσε.
Παράλληλα, ο κ. Μέργος κατέθεσε ορισμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων. Μεταξύ άλλων, έκανε λόγο για ενίσχυση της ημερήσιας φροντίδας, της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, της τηλεϊατρικής και της ψηφιακής υγείας.
Πυλώνες χρηματοδότησης
Εισφορές, φορολογία και ιδιωτικός τομέας, αποτελούν τους τρεις πυλώνες της χρηματοδότησης, Στην Ελλάδα, υπερισχύει η ιδιωτική υγεία, σημείωσε ο κ. Μέργος για να κρούσει στη συνέχεια τον κώδωνα του κινδύνου αναφορικά με τις ιδιωτικές δαπάνες υγείας, τονίζοντας ότι σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, ο κίνδυνος οικονομικής καταστροφής λόγω των ιδιωτικών δαπανών υγείας βρίσκεται στο 2% στη χώρα μας, συγκριτικά με το 1% στις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ. Τη στιγμή που συρρικνώνεται ο εργαζόμενος πληθυσμός, πρέπει να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη διαχείριση των πόρων που συγκεντρώνονται από τη φορολογία των εισοδημάτων, ανέφερε στην κατακλείδα της τοποθέτησής του.
«Η μακροχρόνια φροντίδα είναι το σημείο που η αύξηση της ζήτησης είναι πολύ μεγαλύτερη. Πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι η μακροχρόνια φροντίδα, διαφοροποιείται από την περίθαλψη. Στην περίπτωσή της, πρέπει να φτιάξουμε ένα σύστημα από το μηδέν», ανέφερε από τη δική του σκοπιά ο Πλάτων Τήνιος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς .
«Αυτή τη στιγμή, βασιζόμαστε στην οικογένεια», όπως τόνισε. Λόγω όμως του δημογραφικού προβλήματος που αναφέρθηκε και πιο πάνω, ιδιαίτερα στις επόμενες δεκαετίες η εικόνα αναμένεται να διαφοροποιηθεί και η στήριξη από την πλευρά της οικογένειας να μην είναι η ίδια.
«Εμείς ως κράτος χρεοκοπήσαμε πριν τη γήρανση του πληθυσμού, ήδη από τη δεκαετία του 1980» ανέφερε σκωπτικά ο καθηγητής. Παλιότερα θεωρούσαμε ότι το κύριο πρόβλημα για το δημογραφικό θα ήταν οι συντάξεις. Πλέον, όπως υποστήριξε ο κ. Τήνιος επικρατεί μια συσσώρευση κρίσεων, με το περιβάλλον και τις αμυντικές δαπάνες να προστίθενται στους κινδύνους. Το 2032 λήγει η ρύθμιση του χρέους. «Προδιαγράφονται συνεπώς -όπως σημείωσε- συνθήκες μια τέλειας δημοσιονομικής καταιγίδας, όπου θα επηρεαστεί και από το δημογραφικό». Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, το ελληνικό κράτος θα πρέπει να εφαρμόσει πολιτικές με αιχμή την πρόληψη.
«Η πιστοποίηση της ποιότητας των υπηρεσιών θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα αγορά είτε δημόσια, είτε ιδιωτική, κάτι που είναι απαραίτητο να γίνει και στο πεδίο της ασφάλισης», κατέληξε ο κ. Τήνιος.






