Όπως επισημαίνεται στο report, το 2023 αποτέλεσε ένα έτος «σταθμό» για την απομάκρυνση των ευρωπαϊκών χωρών από τις φοροελαφρύνσεις που είχαν κάνει την εμφάνισή τους μέσα στην πανδημία, με το 2024 να αποτελεί ένα έτος κατά το οποίο προωθήθηκε ένας συνδυασμός αυξήσεων στους συντελεστές και στοχευμένες φορολογικές ενισχύσεις σε όλους τους βασικούς φόρους.
Έτσι, ορισμένες χώρες επέλεξαν να αυξήσουν τους τυπικούς συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), φόρου εισοδήματος νομικών ή φυσικών προσώπων, καθώς και τους φόρους που σχετίζονται με την υγεία και το περιβάλλον. Εν τω μεταξύ, τα υψηλά επίπεδα χρέους σε συνδυασμό με κρίσιμες αναδυόμενες δαπάνες που προκύπτουν από το δημογραφικό πρόβλημα (γήρανση πληθυσμού), τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες και την κλιματική κρίση ώθησαν προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης στρατηγικών για την εξοικονόμηση πόρων.
Έμμεσοι φόροι
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες θέσεις αναφορικά με το βάρος των έμμεσων φόρων, αφού παρά τις φοροελαφρύνσεις, η φορολογική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις παραμένει υψηλή. Σε ορισμένες κατηγορίες εισοδημάτων, το 2024, η χώρα προχώρησε σε ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις – για παράδειγμα, «πέρασε» τη φορολογική απαλλαγή για φιλοδωρήματα έως 300 ευρώ/μήνα και την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή φορολόγησης 22% στις αμοιβές των εν υπηρεσία ιατρών.
Ανάμεσα στα μέτρα που ξεχωρίζουν είναι και (α) η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους και (β) οι βελτιώσεις στο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα των επαγγελματιών με βασικότερη τη θέσπιση μείωσης 50% του τεκμαρτού εισοδήματος των αυτοαπασχολούμενων που κατοικούν σε δήμους με λιγότερους από 1.500 κατοίκους. Από την άλλη, όμως, οι ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν κατά 2,7%.
Αγορά ακινήτων – Στεγαστικό
Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση (όπως συνέβη και στο Λουξεμβούργο) εισήγαγε αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος από ακίνητα με σκοπό να μειωθούν οι πιέσεις στην αγορά ακινήτων. Μεταξύ αυτών, η τριετής φορολογική απαλλαγή από για το εισόδημα από την ενοικίαση ακίνητης περιουσίας που είχε προηγουμένως κηρυχθεί κενή ή ήταν διαθέσιμη μόνο
για βραχυπρόθεσμη μίσθωση. Ένα ακόμη μέτρο είναι και η προσωρινή αναστολή της φορολογίας κεφαλαιακών κερδών από συναλλαγές ακινήτων.
Παράλληλα, ο ΦΠΑ στις νέες οικοδομές «πάγωσε» έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, ενώ διπλασιάστηκε και διαμορφώθηκε στο 20% η έκπτωση στον ΕΝΦΙΑ για τους φορολογούμενους που ασφαλίζουν τις κατοικίες τους αξίας έως 500.000 ευρώ έναντι φυσικών καταστροφών (σεισμός, πυρκαγιά, πλημμύρα).
Σε αυτά έρχεται τώρα – σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ – να προστεθεί και η μείωση του φόρου για εισοδήματα από ενοίκια σε συνδυασμό με τη μόνιμη επιστροφή ενός ενοικίου το χρόνο στους ενοικιαστές και την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε οικισμούς με 1.500 κατοίκους. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν, όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, στη μείωση των βαρών για ιδιοκτήτες και ενοικιαστές και μακροπρόθεσμη επιδίωξη την αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών.
Σύμφωνα με όσα έχουν ανακοινωθεί, το επόμενο μέτωπο των παρεμβάσεων θα αφορά στην κοινωνική αντιπαροχή, με ρυθμίσεις που θα επιτρέπουν στους servicers να ρίξουν στην αγορά σπίτια που έχουν στην κατοχή τους και δεν μπορούν μέχρι σήμερα να πωληθούν. Τα ακίνητα αυτά υπολογίζονται σε πάνω από 30.000, αριθμός ικανός – σύμφωνα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς – για να δώσει «ανάσα» στην αγορά ακινήτων.
Ακόμη στο ίδιο πλαίσιο σχετικά με την κοινωνική αντιπαροχή, σχεδιάζεται να αξιοποιηθούν δημόσια ακίνητα που είναι ακόμη ανεκμετάλλευτα και τα οποία θα αναλάβουν να ανακατασκευάσουν και διαθέσουν στην αγορά ιδιώτες κατασκευαστές. Τουλάχιστον το 30% εξ αυτών πρόκειται να παραχωρηθεί με χαμηλό ενοίκιο σε νέους, οικογένειες και ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ τα υπόλοιπα θα βγουν στην αγορά προς πώληση.
Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις
Όπως καταγράφεται στην έκθεση του ΟΟΣΑ, αρκετές δικαιοδοσίες έχουν εισαγάγει φορολογικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην υποστήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) και στην ενίσχυση της επιχειρηματικής ανάπτυξης.
Η Ελλάδα μείωσε το ελάχιστο όριο μετοχικού κεφαλαίου για τις νεοσύστατες συνεργασίες ΜμΕ από 125.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ για να εξασφαλίσει φορολογική απαλλαγή 30% επί των κερδών, ενώ παράλληλα εισήγαγε τη δυνατότητα για τις ΜμΕ να μεταφέρουν φορολογικές ζημίες από επιχειρηματικούς μετασχηματισμούς.
Ωστόσο, οι ΜμΕ συνεχίζουν να προωθούν τα ίδια περίπου αιτήματα με το προηγούμενο διάστημα, καθώς θεωρούν – όπως αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη δημοσκόπηση της MRB – ότι τα κυβερνητικά μέτρα δεν δίνουν ουσιαστική λύση στα προβλήματα του κλάδου. Ως μεγαλύτερα εμπόδια αναφέρουν την έλλειψη ρευστότητας, τα υψηλά λειτουργικά κόστη, τις οφειλές και τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές. Επίσης, παρά τα φορολογικά κίνητρα, η καθημερινή λειτουργία μίας ΜμΕ εξακολουθεί, αναπόφευκτα, να επηρεάζεται δραστικά από την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, η οποία συνεχίζει να είναι περιορισμένη.
Όπως αναφέρει το report του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών όπου από το 2000 και μετά παρουσιάστηκαν αυξήσεις στο μερίδιο των φόρων επί αγαθών και υπηρεσιών. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν η Εσθονία και η Τουρκία, ενώ στον αντίποδα βρίσκονται η Κορέα και η Νορβηγία.
Μάλιστα, καταγράφεται ότι η μείωση στον ΦΠΑ εισήχθη για την ενίσχυση του τουριστικού κλάδου και των συναφών επιχειρήσεων (π.χ. εστιατόρια), μέτρο που εφαρμόστηκε και από άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ως ένας γρήγορος και αποτελεσματικός τρόπος για την ενίσχυση τομέων που θεωρούνται κρίσιμοι για την οικονομία. Στην Ελλάδα το προσωρινό κεθεστώς αναστολής ΦΠΑ που εισήχθη το 2020 έχει παρατεθεί ένα το τέλος Δεκεμβρίου του 2025.
Περιβαλλοντικοί φόροι
Παρ’ όλα αυτά, οι φόροι που σχετίζονται με τον τουρισμό συνέχισαν να αυξάνονται, χάρη σε περιβαλλοντικούς στόχους και στόχους αύξησης εσόδων. Η Ελλάδα αύξησε τους συντελεστές για το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, ενώ η Ισλανδία εισήγαγε ένα νέο τέλος υποδομής για τους τουρίστες που φτάνουν με διεθνή κρουαζιερόπλοια και αύξησε τον συντελεστή φόρου διανυκτέρευσης.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2023 οι συνολικοί περιβαλλοντικοί φόροι υπολογίστηκαν στα 9,25 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας ετήσια μείωση σε σχέση με το 2022 κατά 20,4%.
Τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους αποτέλεσαν το 10,6% των συνολικών φόρων και κοινωνικών εισφορών της Ελληνικής οικονομίας, παρουσιάζοντας μείωση κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες συγκριτικά με το έτος 2022.
Αναφορικά με τις μονάδες που κατέβαλλαν τους περιβαλλοντικούς φόρους το έτος 2023, οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας συμμετείχαν συνολικά με 6.184,6 εκ. ευρώ και με ποσοστό 66,8% επί του συνόλου των εσόδων από περιβαλλοντικούς φόρους, ενώ τα νοικοκυριά και οι μη μόνιμοι κάτοικοι κατέβαλαν 3.072,4 εκ. ευρώ τα οποία αντιστοιχούσαν στο 33,2% των συνολικών περιβαλλοντικών φόρων.
Παράλληλα, το 2023, οι φόροι μεταφορών ανήλθαν σε 1.681,0 εκ. ευρώ, αυξημένοι κατά 6,9% σε σχέση με το 2022. Οι φόροι μεταφορών αποτέλεσαν το 18,2% των συνολικών περιβαλλοντικών φόρων για το έτος 2023. Οι φόροι ρύπανσης και χρήσης πόρων, από την άλλη, ανήλθαν σε 29,0 εκ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 0,3% των συνολικών περιβαλλοντικών φόρων.



