Να σημειωθεί ότι στόχος για την εφαρμογή του πιστοποιητικού οικονομικής ενημερότητας ήταν να μπει στη ζωή μας από το 2022. Στη συνέχεια, το αρχικό σχέδιο προέβλεπε την λειτουργία του από τον Σεπτέμβριο του 2024, αρχικώς μετατέθηκε για το 2025 και τώρα- όπως όλα δείχνουν- πάει για το 2026, εκτός και αν υπάρξει νέα αναβολή.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον νόμο 4934/2022, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο θα μπορεί να εκδίδει κοινό Πιστοποιητικό Οικονομικής Ενημερότητας, μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας που θα είναι διαθέσιμη στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr).
Το έγγραφο θα συγκεντρώνει σε μία ενιαία μορφή όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σήμερα στα ξεχωριστά πιστοποιητικά φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας. Θα έχει πλήρη ισχύ για κάθε νόμιμη χρήση από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και δικαστικές αρχές.
Η πλατφόρμα θα αντλεί αυτόματα, μέσω διαλειτουργικότητας, τα απαιτούμενα δεδομένα από τα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ και του ΕΦΚΑ, διασφαλίζοντας ότι η έκδοση του πιστοποιητικού θα πραγματοποιείται ηλεκτρονικά, γρήγορα και χωρίς γραφειοκρατία.
Ωστόσο, για να μπορέσει κάποιος/α να λάβει το ενιαίο Πιστοποιητικό Οικονομικής Ενημερότητας και να προχωρήσει σε οποιαδήποτε συναλλαγή, όπως, για παράδειγμα στην μεταβίβαση ενός ακινήτου, η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό ή στην είσπραξη χρημάτων από το Δημόσιο, θα πρέπει να μην έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή στην Εφορία και στον ΕΦΚΑ. Εάν διαπιστωθεί ότι ο ενδιαφερόμενος οφείλει έστω και σε έναν από τους δύο φορείς, η έκδοση του πιστοποιητικού θα απορρίπτεται αυτόματα, έως ότου ρυθμίσει ή εξοφλήσει τα χρέη του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ και του ΕΦΚΑ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς τους δύο φορείς ξεπερνούν τα 160 δισ. ευρώ (111,6 δισ. ευρώ, είναι τα χρέη προς την Εφορία και περίπου 50 δισ. προς τον ΕΦΚΑ).
Ηλεκτρονικό τιμολόγιο
Να σημειωθεί ότι, πέρα από την όποια καθυστέρηση στην διαδικασία έκδοσης ενιαίας ενημερότητας, σε μετάθεση για το 2026 οδηγείται η καθολική εφαρμογής του ηλεκτρονικού τιμολογίου, καθώς και η επέκταση του ψηφιακού πελατολογίου. Όπως αναφέρεται, αυτό οφείλεται στο ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για την πλήρη υιοθέτηση των παραπάνω λειτουργιών από τις επιχειρήσεις.



