Από το κύριο άρθρο
«ΕΠΙΣΗΜΟΠΟΙΗΣΕ χθες ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών την πρόθεση της κυβέρνησης για το κουκούλωμα της υπόθεσης με τα δομημένα ομόλογα, που εκδόθηκαν με τις ευλογίες του από τον υφυπουργό των Οικονομικών και διατέθηκαν σε Ταμεία που ανήκουν στην αρμοδιότητα του υπουργού Απασχόλησης.
ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ μέλι-γάλα, κατά τον Γ. Αλογοσκούφη. Κανένας δεν φταίει, εκτός από τις «ανίδεες» διοικήσεις των Ταμείων, που αποφάσισαν την αγορά των ομολόγων «μετά από αξιολόγηση», ενώ για όσα αποκαλύπτονται σχεδόν καθημερινά για το μεγάλο παιχνίδι σε βάρος των ασφαλισμένων ευθύνεται πάλι το ΠΑΣΟΚ, που κάνει «συνειδητή προσπάθεια παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης», όπως είπε.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ευθύνη δεν υπάρχει, είπε ο υπουργός. Υπάρχει κυβερνητική υπευθυνότητα, πρόσθεσε και επιχείρησε πάλι να περιορίσει το ζήτημα σε ένα ήσσονος σημασίας και να ισχυρισθεί ότι η κυβέρνηση το αποκάλυψε, ενώ γνωρίζει ότι δεν έγινε έτσι. Αναφέρθηκε σε μια μόνο περίπτωση, εκείνη του Ταμείου των Δημοσίων Υπαλλήλων, αποκρύπτοντας όλες τις άλλες περιπτώσεις. Το πόρισμα, είπε, εστάλη στον εισαγγελέα, επιχειρώντας να παρουσιάσει το ζήτημα σαν μια απλή ποινική υπόθεση, με την ελπίδα ότι θα ξεχασθεί λόγω του μακρού χρόνου που απαιτείται, ορθώς, για την εξιχνίασή της. Η κυβέρνηση αισθάνεται στριμωγμένη, επειδή βλέπει ότι οι πολίτες δεν ξεχνούν. Το θέμα τούς αφορά άμεσα και ζητούν απαντήσεις, τις οποίες απέφυγε να δώσει ο Γ. Αλογοσκούφης στη χθεσινή συνέντευξή του
.»
Ελευθεροτυπία
Μπαμπης Παπαδημητριου
«Δεν φαντάζομαι να υπάρχει κανείς από τους συμπολίτες-ιδιοκτήτες ακινήτων, που να μη μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ επειδή φοβάται μήπως η περιουσία του χάσει απότομα και τραγικά την αξία της. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κρατικά ομόλογα. Οποια κι αν είναι αυτά, μαζί με τα περίφημα «δομημένα» που έγιναν γνωστά και στο τελευταίο χωριό. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με τις μετοχές. Η σκοτεινή εμπειρία του 1999-2000, έκανε τους περισσότερους «επενδυτές» να κοιτούν με βδελυγμία τους τίτλους μερικής ιδιοκτησίας που προτείνουν οι εταιρείες μέσω του Χρηματιστηρίου. Και οι δύο στάσεις, εφόσον μας οδηγούν σε ακραία στάση, είτε τυφλής εμπιστοσύνης είτε πλήρους απόρριψης, είναι λανθασμένες.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αυτό, δεν σημαίνει -κι ευτυχώς- ότι τα ασφαλιστικά Ταμεία δεν επενδύουν σε μετοχές και ακίνητα. Κάθε άλλο. Την εποχή της χρηματιστηριακής «τρέλας» πολλοί ήσαν εκείνοι που ζητούσαν να μεγαλώσει το περιθώριο στο οποίο επιτρεπόταν στα Ταμεία να μετατρέπουν τα διαθέσιμά τους σε κινητή και ακίνητη περιουσία. Η Τράπεζα της Ελλάδος, που μέχρι τότε είχε την αποκλειστική ευθύνη διαχείρισης, αντιστάθηκε και έπραξε -τότε- πολύ σωστά. Παρά ταύτα, ορίστηκε ότι τα Ταμεία μπορούν να μετατρέπουν διαθέσιμά τους σε μετοχές και ακίνητα μέχρι 23% του συνόλου. Αν, λέμε αν, στο όριο αυτό προσθέσουμε και τα δομημένα ομόλογα, τότε οι τοποθετήσεις αυξημένου επενδυτικού κινδύνου θα ανέλθουν στο 25%. «Σιγά τα ωά»!
Η δαιμονοποίηση προϊόντων που προτείνονται στους επενδυτές -μεγάλους και μικρούς- είναι παλαιά συνήθεια πολλών στον τόπο μας. Ομως, η ουσιαστική διαφορά είναι κατά πόσον οι κίνδυνοι αφορούν σε διακυμάνσεις στην απόδοση ή σε αυξομειώσεις του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Τα κλασικά κρατικά ομόλογα, αυτά που τόσο αγαπά τώρα η «αντιπολίτευση των αγορών», έχουν διακυμάνσεις και στις δύο αυτές πλευρές. Σίγουρος είσαι μόνον και εφόσον κρατήσεις τις ομολογίες από την αγορά μέχρι και τη λήξη τους. Αυτό άλλωστε κάνουν, κατά κανόνα, τα ασφαλιστικά Ταμεία, που είναι οι κατ εξοχήν θεσμικοί και μακροχρόνιοι επενδυτές. Με μια καλύτερη επαγγελματική διαχείριση και με προϋπόθεση την ενοποίηση των Ταμείων (τουλάχιστον σε ό, τι αφορά τα αποθεματικά τους), η ανάληψη κινδύνων πρέπει να γίνει πιο δυναμική.
Φαντάζομαι πως η συνδικαλιστική ηγεσία των ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ ούτε που είχε διανοηθεί να απαιτήσει το σπάσιμο των μετοχών με τις οποίες είχαν «φορτωθεί» Ταμεία και κράτος, λίγο μετά τη χρηματιστηριακή κατακρήμνιση. Επραξαν σοφά αν και ορμ