Ωστόσο, η εικόνα που παρουσίασε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ λίγες ώρες αργότερα ήταν πολύ διαφορετική. Μίλησε για ένα «δώρο» προς την Αμερική, το οποίο η Ουάσινγκτον θα αξιοποιήσει κατά βούληση, και το παρουσίασε ως τον πυρήνα της νέας εμπορικής σχέσης με την Ευρώπη. Η αντίφαση είναι προφανής — και καθόλου αθώα.
Από τη μια πλευρά, μια θεσμική δήλωση που προσπαθεί να διατηρήσει έναν φαινομενικά ουδέτερο χαρακτήρα. Από την άλλη, μια πολιτική ερμηνεία που εντάσσει τη συμφωνία στο αφήγημα της «αμερικανικής υπεροχής». Ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις, όμως, βρίσκεται μια κρίσιμη ερώτηση: Ποιος αποφασίζει τι υπόσχεται η ευρωπαϊκή επιχειρηματικότητα;
Το ποσό των $600 δισ. δολαρίων δεν συνοδεύτηκε από σαφή μεθοδολογία, λίστα επενδυτών ή συγκεκριμένα έργα. Δεν είναι επενδυτικό πρόγραμμα της ΕΕ. Δεν βασίζεται σε κοινή διαβούλευση με τους επιχειρηματικούς φορείς. Και — όπως ρητά αναφέρει το σχετικό σημείωμα της Κομισιόν — δεν αποτελεί νομική δέσμευση.
Παρ’ όλα αυτά, η χρήση του ως διαπραγματευτικού εργαλείου και ως πολιτικό αφήγημα δημιουργεί ένα προηγούμενο: τη θεσμική κανονικοποίηση της υποκατάστασης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από δημόσια ρητορική.
Η Ευρώπη, αυτή τη στιγμή, έχει ανάγκη από ενίσχυση της δικής της ανταγωνιστικότητας, ανθεκτικότητας και στρατηγικής αυτονομίας. Η μεταφορά οικονομικών πόρων και επενδυτικών κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ, χωρίς διαφάνεια, χωρίς σαφή ανταλλάγματα και χωρίς συντονισμό με τα κράτη-μέλη και τις παραγωγικές ενώσεις, δεν συνιστά στρατηγική. Συνιστά απορρύθμιση.










