Και όμως, το πετρελαϊκό ράλι και οι ακριβές τιμές των καυσίμων ωφελούν την ευρωπαϊκή οικονομία. Στο παράδοξο αυτό συμπέρασμα καταλήγουν οι οικονομολόγοι της Standard & Poor’s, παρατηρώντας πως σε αυτή την περίπτωση της πετρελαϊκής κρίσης, οι Κασσάνδρες διαψεύσθηκαν, αφού δεν υπήρξε ούτε κατάρρευση της καταναλωτικής ζήτησης αλλά ούτε και απειλή ύφεσης, για την ευρωπαϊκή οικονομία. Αντίθετα, η παραγωγή κεφαλαίων από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αυξάνεται, δικαιολογώντας και τη θετική πορεία των χρηματιστηρίων της Γηραιάς Ηπείρου.
«Κάθε φορά που οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, οι Κασσάνδρες της Ευρώπης σπεύδουν να προβλέψουν κατάρρευση της καταναλωτικής ζήτησης», παρατηρεί ο επικεφαλής οικονομολόγος της Standard & Poor’s για την Ευρώπη, Jean-Michel Six. Όμως, αυτή τη φορά οι δυσοίωνες εκτιμήσεις διαψεύσθηκαν, καθώς σε αντίθεση με τις προηγούμενες πετρελαϊκές κρίσεις, σήμερα λειτουργούν δύο καθοριστικής σημασίας παράγοντες, οι οποίοι αντισταθμίζουν τις επιπτώσεις του ακριβού πετρελαίου στον καταναλωτή: α) Οι δαπάνες για την ενέργεια αποτελούν σήμερα ένα μικρό μόνο μέρος του συνολικού προϋπολογισμού των νοικοκυριών. Υπολογίζεται ότι το 8% της συνολικής κατανάλωσης των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διατίθεται σήμερα στην ενέργεια. β) Αυτή η αύξηση των τιμών του πετρελαίου συντελέσθηκε σε μία χρονική περίοδο με σχετικά χαμηλούς ρυθμούς αύξησης των τιμών λιανικής. Η μείωση του δομικού πληθωρισμού αντισταθμίζει την αύξηση του κόστους της ενέργειας, μετριάζοντας, επομένως, τις αρνητικές επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη, διαπιστώνει η S&P. Όμως, και στον επιχειρηματικό τομέα, οι εξελίξεις είναι ενθαρρυντικές, με τη Standard & Poor’s να διαπιστώνει πως το ακριβό πετρέλαιο δεν προκάλεσε αύξηση των αρνητικών προειδοποιήσεων για τα κέρδη. Εξάλλου, η αναλογία αναβαθμίσεων/υποβαθμίσεων στις εκτιμήσεις για τα εταιρικά αποτελέσματα βελτιώνεται διαρκώς από το Δεκέμβριο του 2004, φτάνοντας τον Αύγουστο του 2005 στο 1,42. Στην αισιοδοξία αυτή συμβάλλει, κατά τους αναλυτές, η αυξανόμενη ζήτηση για ευρωπαϊκά προϊόντα από τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες καθώς και η μειωμένη εξάρτηση των ευρωπαϊκών εταιρειών από τις εγχώριες αγορές. Παράλληλα, στους κλάδους εκείνους που εξαρτώνται ιδιαίτερα από το ενεργειακό κόστος, οι εταιρείες έχουν καταφέρει να μειώσουν τις δαπάνες και να αυξήσουν την παραγωγικότητα, όχι μόνο μέσω των απολύσεων αλλά και αυξάνοντας τις κεφαλαιακές επενδύσεις. Οι συνθήκες ευνοούν την παραγωγή κεφαλαίου από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, διαπιστώνει η S&P, εκτιμώντας παράλληλα πως στον τομέα αυτό, η γερμανική αγορά θα πρωταγωνιστήσει, κατά τους επόμενους 18 μήνες, παρά τις αναταράξεις που προκαλούν οι επερχόμενες εκλογές. Κ.Σαμ.