Η παρούσα απόφαση σηματοδοτεί την πρώτη αύξηση των επιτοκίων της BOJ από τον Ιούλιο του περασμένου έτους και έρχεται λίγες ημέρες μετά την ορκωμοσία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος γενικά κρατάει τους υπευθύνους χάραξης οικονομικής πολιτικής διεθνώς σε εγρήγορση, ενόψει των πιθανών επιπτώσεων από την απειλή υψηλότερων δασμών.
Ο διοικητής της BOJ, Καζούο Ουέντα, δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια, καθώς διευρύνονται οι αυξήσεις των μισθών και οι τιμές ανεβαίνουν, προσθέτοντας ότι υπάρχει περιθώριο να αυξηθεί περαιτέρω το κόστος δανεισμού πριν φτάσει σε επίπεδα που θεωρούνται ουδέτερα για την οικονομία.
Ωστόσο, προσέφερε λίγα στοιχεία για το χρόνο και το ρυθμό των μελλοντικών αυξήσεων των επιτοκίων, λέγοντας ότι η απόφαση θα βασιστεί στο πόσο σύντομα η Ιαπωνία θα δει τον πληθωρισμό τάσης να “χτυπάει” βιώσιμα το στόχο της BOJ.
«Δεν έχουμε κάποια προκαθορισμένη ιδέα. Θα λαμβάνουμε μια απόφαση σε κάθε συνεδρίαση πολιτικής, εξετάζοντας τις εξελίξεις στην οικονομία και τις τιμές, καθώς και τους κινδύνους», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση για την επιτοκιακή πολιτική.
Βάσει της απόφασης αυτή, η BOJ αύξησε το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο πολιτικής της από 0,25% σε 0,5% - ένα επίπεδο που η Ιαπωνία δεν έχει δει εδώ και 17 χρόνια. Η απόφαση ελήφθη με ψήφους 8-1.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί ένα ακόμη βήμα της Ιαπωνίας μακριά από τον αποπληθωρισμό και τη στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης που κυρίευσε τη χώρα για δεκαετίες.
«Η πιθανότητα επίτευξης των προοπτικών της BOJ έχει αυξηθεί», με πολλές επιχειρήσεις να δηλώνουν ότι θα συνεχίσουν να αυξάνουν σταθερά τους μισθούς στις φετινές ετήσιες μισθολογικές διαπραγματεύσεις, ανέφερε η κεντρική τράπεζα σε ανακοίνωσή της.
Η BOJ δεν προχώρησε σε καμία αλλαγή στις συστάσεις της σχετικά με τη μελλοντική πολιτική, λέγοντας ότι θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια εάν οι οικονομικές και τιμολογιακές προβλέψεις της πραγματωθούν.
Παρότι, όπως δηλώνουν υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας, η αμερικανική οικονομία δείχνει να βρίσκεται σε σταθερή κατάσταση, αφού οι αγορές είναι σχετικά σταθερές και οι προθέσεις Τραμπ σιγά-σιγά αποσαφηνίζονται, η πορεία της BOJ είναι συνδεδεμένη με αβεβαιότητα. Το τοπίο διεθνώς δεν έχει καόμη ξεκαθαρίσει, οι δασμοί Τραμπ προκαλούν προβλήματα και ανησυχία και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες χαλαρώνουν την επιτοκιακή τους πολιτική.
Υπάρχει πολύ μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με την κλίμακα των αυξήσεων των δασμών από τον Τραμπ, αναφέρει ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας Ιαπωνίας, συμπληρώνοντας ότι μόλις υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια, οι αποφάσεις της τράπεζας, αλλά οι προβλέψεις της θα κινηθούν με τη σειρά τους σε πιο διαυγή μονοπάτια.
Στον απόηχο της σημερινής απόφασης, το γεν σημείωσε άνοδο έως και 0,8% στα 154,845 ανά δολάριο, αλλά μείωσε τα κέρδη του μετά τη συνέντευξη Τύπου του Ουέντα. Η απόδοση των διετών JGB αυξήθηκε για λίγο στο 0,725%, επίπεδο που παρατηρήθηκε για τελευταία φορά τον Οκτώβριο του 2008.
Οι αγορές προβλέπουν μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, εκτίμηση που δεν άλλαξε μετά τις δηλώσεις του διοικητή της τράπεζας.
Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η BOJ δεν αλλάξει τη λογική των αυξήσεων των επιτοκίων, ή δεν αυξήσει το ουδέτερο σημείο, δεν θα υπάρχει μεγάλο περιθώριο για την αγορά να περιμένει περαιτέρω αυξήσεις στο μέλλον.
Ποιο είναι το ουδέτερο επιτόκιο της Ιαπωνίας
Στην τριμηνιαία έκθεσή του για τις προοπτικές, το διοικητικό συμβούλιο αύξησε τις προβλέψεις του για τις τιμές, προβλέποντας ότι ο πυρήνας του πληθωρισμού θα κινείται στο 2% ή πάνω από το στόχο του για τρία συνεχόμενα έτη.
Είπε, επίσης, ότι οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού είναι στραμμένοι προς τα πάνω εν μέσω εντεινόμενων ελλείψεων εργατικού δυναμικού, αύξησης των τιμών του ρυζιού και ενίσχυσης του κόστους εισαγωγής από το αδύναμο γεν.
Ο Ουέντα δήλωσε ότι υπάρχει «ακόμη αρκετή απόσταση» μεταξύ του επιτοκίου πολιτικής της BOJ και του ουδέτερου επιτοκίου της Ιαπωνίας, ή του επιπέδου που ούτε “κρυώνει” ούτε “ζεσταίνει” υπερβολικά την οικονομία, δείχνοντας την ετοιμότητα της τράπεζας να συνεχίσει να αυξάνει σταθερά τα επιτόκια.
Η εκτίμηση του ουδέτερου επιτοκίου της BOJ έχει προσελκύσει την έντονη προσοχή των αγορών, καθώς θα δείξει πόσο θα μπορούσε τελικά η τράπεζα να αυξήσει το κόστος δανεισμού.
Το προσωπικό της BOJ έχει καταρτίσει εκτιμήσεις που δείχνουν ότι το ονομαστικό ουδέτερο επιτόκιο της Ιαπωνίας κυμαίνεται μεταξύ 1%-2,5%. Πολλοί αναλυτές βλέπουν το ουδέτερο επιτόκιο κάπου γύρω στο 1%.
Ο Ουέντα δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια σιγά-σγιά και σε διάφορα στάδια, καθώς το ουδέτερο επιτόκιο είναι δύσκολο να μετρηθεί σε πραγματικό χρόνο.
«Όταν τα επιτόκια πλησιάζουν το ουδέτερο επίπεδο ή υπερβαίνουν ελαφρώς αυτό το επίπεδο, θα υπάρξει κάποιου είδους αντίδραση στην οικονομία, όπως μείωση των επενδύσεων σε κατοικίες», είπε. «Θα προσπαθήσουμε να αντιδράσουμε προτού ο αντίκτυπος γίνει πολύ μεγάλος. Αλλά θα δοκιμάσουμε σταδιακά πώς πάει το πράγμα, για να το διαπιστώσουμε».
Ο Σαϊσούκε Σακάι, επικεφαλής οικονομολόγος της Mizuho Research & Technologies, αναμένει ότι η BOJ θα αυξάνει το επιτόκιο μία φορά κάθε έξι μήνες.
«Η επόμενη αύξηση των επιτοκίων θα έρθει πιθανότατα την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, ακολουθούμενη από άλλη μία στις αρχές του επόμενου έτους», δήλωσε.
Αφού ανέλαβε το τιμόνι τον Απρίλιο του 2023, ο Ουέντα “διέλυσε” το ριζοσπαστικό πρόγραμμα τόνωσης του προκατόχου του τον περασμένο Μάρτιο και αύξησε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια στο 0,25% τον Ιούλιο.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της BOJ έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι η κεντρική τράπεζα θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια, εάν η Ιαπωνία σημειώσει πρόοδο στην επίτευξη ενός κύκλου στον οποίο ο αυξανόμενος πληθωρισμός ενισχύει τους μισθούς και ανεβάζει την κατανάλωση – επιτρέποντας έτσι στις επιχειρήσεις να συνεχίσουν να μετακυλύουν το υψηλότερο κόστος.
Ο πυρήνας του πληθωρισμού των καταναλωτών στην Ιαπωνία επιταχύνθηκε στο 3,0% τον Δεκέμβριο, ο ταχύτερος ετήσιος ρυθμός των τελευταίων 16 μηνών, όπως έδειξαν τα στοιχεία νωρίτερα την Παρασκευή, σε μια ένδειξη ότι οι αυξανόμενες τιμές των καυσίμων και των τροφίμων συνεχίζουν να ανεβάζουν το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών.









