Μιλώντας στην καθιερωμένη ομιλία του προς τις ένοπλες δυνάμεις, παραμονή της εθνικής εορτής της Βαστίλης, ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με «πρωτοφανείς απειλές» και ότι η Γαλλία οφείλει να γίνει πιο ισχυρή για να προστατεύσει τις αξίες και την ανεξαρτησία της.
«Από το 1945, η ελευθερία δεν έχει απειληθεί ποτέ τόσο σοβαρά», προειδοποίησε, κατονομάζοντας τη Ρωσία, την τρομοκρατία, τις κυβερνοεπιθέσεις και την παραπληροφόρηση ως βασικές πηγές απειλών. Παράλληλα, χαρακτήρισε τις Ηνωμένες Πολιτείες «παράγοντα αβεβαιότητας» για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αφήνοντας αιχμές για τη στρατηγική τους ασυνέπεια και το ενδεχόμενο απόσυρσης από κρίσιμες δεσμεύσεις, ιδίως μετά τις αμερικανικές εκλογές.
Ο Μακρόν υπογράμμισε ότι ο στόχος της Γαλλίας είναι να φτάσει τις αμυντικές δαπάνες στα 64 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως έως το 2027, διπλασιάζοντας τον προϋπολογισμό των 32 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε παραλάβει το 2017, όταν ανέλαβε την προεδρία. Σημείωσε επίσης ότι η Γαλλία θα εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους παράλληλα με την προσπάθεια περιορισμού του δημόσιου χρέους.
«Για να είμαστε ελεύθεροι σε αυτόν τον κόσμο, πρέπει να μας φοβούνται. Και για να μας φοβούνται, πρέπει να είμαστε ισχυροί», δήλωσε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος ως θεμέλιο της εθνικής κυριαρχίας.
Επιπλέον, ο Μακρόν ζήτησε την έναρξη ενός «στρατηγικού διαλόγου» με τους Ευρωπαίους εταίρους για τον ρόλο της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής στην ευρωπαϊκή άμυνα. Όπως είπε, η Γαλλία είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πυρηνικό οπλοστάσιο και η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα αυτό κρίνεται επιτακτική. Στο ίδιο πλαίσιο, υπενθύμισε τη συμφωνία με τη Βρετανία για ενίσχυση της συνεργασίας σε πυρηνικά θέματα, παρότι το Λονδίνο δεν αποτελεί πλέον μέλος της ΕΕ.
Ο Γάλλος πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στον νέο τύπο απειλών που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, όπως οι εκστρατείες παραπληροφόρησης και η προπαγάνδα που στοχεύει στη νεολαία «στην εποχή της οθόνης», χωρίς όμως να κατονομάσει τις χώρες που βρίσκονται πίσω από αυτές τις επιθέσεις.
Το νέο πακέτο στρατιωτικών δαπανών έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης πολιτικής πίεσης στο εσωτερικό, καθώς η νέα Βουλή, μετά τις πρόωρες εκλογές, παραμένει διαιρεμένη. Τα συντηρητικά και ακροδεξιά κόμματα στηρίζουν την αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών, ενώ η Αριστερά εκφράζει έντονες επιφυλάξεις, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι υποβαθμίζει τις κοινωνικές ανάγκες και υπονομεύει το κοινωνικό κράτος στο όνομα της ασφάλειας.
Ωστόσο, η επιλογή Μακρόν να επενδύσει στην άμυνα εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική τοποθέτηση της Γαλλίας ως εγγυήτριας της ευρωπαϊκής σταθερότητας σε ένα γεωπολιτικά ρευστό περιβάλλον. Με την Ουκρανία να συνεχίζει να δέχεται επιθέσεις από τη Ρωσία, τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή να ενισχύονται, και την αβεβαιότητα στις διατλαντικές σχέσεις να αυξάνεται, ο Μακρόν επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι η Ευρώπη, και ιδίως η Γαλλία, δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στους συμμάχους της.
Η στρατηγική αυτή, όπως φαίνεται, δεν περιορίζεται μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο, αλλά αγγίζει και τις θεμελιώδεις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής αυτονομίας: στην τεχνολογία, στην ενέργεια, στην πληροφόρηση, και, πλέον, και στην πυρηνική αποτροπή.







