Στην επιστολή της, η Αννίτα Δημητρίου επισημαίνει ότι η σύλληψη των πέντε πολιτών από τις 19 Ιουλίου αποτελεί μια εσκεμμένη πολιτική πράξη αντιποίνων, ως αντίδραση στις νόμιμες διώξεις που έχει κινήσει η Κυπριακή Δημοκρατία εναντίον ξένων υπηκόων οι οποίοι καταπατούν ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα.
Η Πρόεδρος της Βουλής χαρακτηρίζει αυτή την ενέργεια ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπογραμμίζοντας πως οι πέντε Ελληνοκύπριοι κρατούνται απλώς επειδή θέλησαν να επισκεφθούν τις περιουσίες τους, που βρίσκονται υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή από το 1974.
Όπως σημειώνει, τέτοιες ενέργειες αποσκοπούν στο να τρομοκρατήσουν και να αποτρέψουν τους εκτοπισμένους από το να ασκήσουν το νόμιμο δικαίωμά τους για πρόσβαση και αποκατάσταση των περιουσιών τους. Πρόκειται για μέθοδο πίεσης, που εξυπηρετεί, σύμφωνα με την ίδια, τον στόχο της Άγκυρας για λύση δύο κρατών και τη de jure διχοτόμηση της Κύπρου.
Στο διάβημα γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι το περιουσιακό ζήτημα αποτελεί βασικό στοιχείο για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, βάσει των αρχών του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου και των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Ενέργειες όπως αυτές, που συμβαίνουν ενώ υπάρχει διεθνής προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών, λειτουργούν υπονομευτικά για τη διαδικασία επίλυσης και διαβρώνουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη, η οποία είναι και πάγιο αίτημα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.
Η Αννίτα Δημητρίου τονίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη προβεί σε διπλωματικές ενέργειες και διαβήματα σε επίπεδο Ηνωμένων Εθνών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητώντας την άμεση απελευθέρωση των κρατουμένων και τη συμμόρφωση της Τουρκίας με τις διεθνείς υποχρεώσεις της, ειδικά στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Κλείνοντας, καλεί τους ευρωπαίους θεσμικούς ηγέτες να αξιοποιήσουν την επιρροή τους προκειμένου να τερματιστεί άμεσα η κράτηση των πέντε Ελληνοκυπρίων και να διασφαλιστεί η τήρηση της διεθνούς νομιμότητας από την τουρκική πλευρά.






