Παρότι δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση, κύκλοι των αγορών ψιθυρίζουν ότι το ύψος του γαλλικού δημόσιου χρέους έχει καταστεί μη βιώσιμο, και ενδέχεται να οδηγήσει τη χώρα σε αχαρτογράφητα νερά. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι ακόμη και το ίδιο το ΔΝΤ δύσκολα θα μπορούσε να "σηκώσει" μια οικονομία του μεγέθους της Γαλλίας, γεγονός που επιτείνει την ανησυχία.
Η πολιτική αστάθεια είναι εμφανής. Ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται στο τιμόνι μιας κυβέρνησης που έχει ήδη αλλάξει επτά πρωθυπουργούς από το 2017 – τελευταίος στη λίστα ο Φρανσουά Μπαϊρού, ο οποίος έχει θέσει με δραματικό τόνο το δίλημμα «χάος ή υπευθυνότητα». Υπενθυμίζεται ότι η ψηφοφορία για την ψήφο εμπιστοσύνης είναι προγραμματισμένη για τις 8 Σεπτεμβρίου. Πηγές από το Παρίσι αναφέρουν ότι σε περίπτωση αποπομπής ή καθαίρεσής του, το πολιτικό σκηνικό κινδυνεύει να εκτροχιαστεί, δίνοντας χώρο στην αντιπολίτευση, κυρίως στο κόμμα της Μαρίν Λεπέν, να ζητήσει την απομάκρυνση και του ίδιου του Μακρόν, παρά το ότι η θητεία του λήγει το 2027.
Μια τέτοια εξέλιξη, δηλαδή μια πιθανή αποσταθεροποίηση της γαλλικής προεδρίας, θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε μια συγκυρία που η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε συμπληγάδες: από τη μία πλευρά οι εμπορικές απειλές του Ντόναλντ Τραμπ ενόψει της επιστροφής του στο διεθνές προσκήνιο, και από την άλλη ο συνεχιζόμενος πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Υπενθυμίζεται ότι η γαλλική η κυβέρνηση επιδιώκει να εφαρμόσει ένα αυστηρό πρόγραμμα δημοσιονομικών μέτρων ύψους 44 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει αυξήσεις φόρων, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και κατάργηση επίσημων αργιών. Οι κινήσεις αυτές έχουν προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και εντείνουν το κλίμα πόλωσης, ενώ η χώρα προσπαθεί να αποφύγει ένα δημοσιονομικό εκτροχιασμό με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Ορισμένοι μάλιστα συγκρίνουν την κατάσταση της γαλλικής οικονομίας με το υψηλό δημόσιο χρέος της με εκείνη της Ελλάδας το 2010.





