«Είμαι η Renad. Πριν από τον πόλεμο σπούδαζα αγγλική φιλολογία. Αγαπώ πολύ τη ζωή. Το αγαπημένο μου μέρος ήταν η παραλία, αλλά εδώ και δύο χρόνια δεν έχω μπορέσει να πάω εξαιτίας του πολέμου», μου λέει στην αρχή της κουβέντας μας, καθώς της ζητάω να μου δώσει μερικές πληροφορίες για την ίδια.
Η ιστορία της Renad δεν διαφέρει σε τίποτε από τις ιστορίες χιλιάδων Παλαιστινίων που προσπαθούν να επιβιώσουν στη Λωρίδα της Γάζας. Είχε μία κανονική ζωή· σπούδαζε, ζούσε σε «ένα απλό, αλλά ζεστό και ασφαλές σπίτι», είχε φίλους και ήταν, όπως λέει, «πολύ ευτυχισμένη». Μέχρι που ξεκίνησε ο πόλεμος και η ζωή της άλλαξε ριζικά.
Τον Δεκέμβριο του 2023, το σπίτι της καταστράφηκε. Για λίγες ημέρες η οικογένειά της – η οποία μαζί με την ίδια αριθμεί 14 μέλη – φιλοξενήθηκε σε ένα γειτονικό σπίτι, μέχρι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά την περιοχή τους. Έτσι, μετακινήθηκαν σε έναν κοντινό καταυλισμό, όπου για κάτι περισσότερο από έναν μήνα έζησαν σε μία σκηνή. Όταν ανακοινώθηκε η λήξη της στρατιωτικής επιχείρησης και τους επετράπη να επιστρέψουν, δεν βρήκαν τίποτε, παρά μόνο συντρίμμια.
«Αποφασίσαμε να γυρίσουμε για να είμαστε κοντά σε ανθρώπους που γνωρίζαμε», λέει, «όμως όταν επιστρέψαμε, ήταν όλα κατεστραμμένα. Η πόλη είχε γίνει μία τρομακτική πόλη-φάντασμα. Κι εγώ ένιωθα μόνη, γιατί δεν είχα πια φίλους εδώ.»
Αποφεύγει να μιλήσει για όσους χάθηκαν – λέει μόνο ότι ήταν πολλοί, ανάμεσα σε αυτούς και ένας αγαπημένος της ξάδερφος. Προτιμάει να μιλήσει για όσους τη βοήθησαν. Μία φίλη από την Αυστραλία, που όταν είδε τη μητέρα της έβαλε τα κλάματα, κι ενώ δεν ήταν πλούσια, άρχισε να τους στέλνει χρήματα για να αγοράσουν τρόφιμα. Μία φίλη από την Ελλάδα που τη βοηθάει κάθε μήνα και μία ακόμη από τη Βρετανία που έφτιαξε μία έκκληση για δωρεές στο «GoFundMe».
«Η φίλη μου που με στήριξε είναι Ελληνίδα. Μου άλλαξε τη ζωή. Δεν είχα ούτε ένα σεντ στο χέρι. Η φίλη μου από τη Βρετανία ήταν αυτή που δημιούργησε ένα link για να συγκεντρωθούν δωρεές για την οικογένειά μου. Η Ελληνίδα φίλη μου ήταν εκείνη που δημοσίευσε το link και αυτό πραγματικά μας βοήθησε. Δεν είχαμε ούτε ένα κομμάτι ψωμί και τώρα έχω χρήματα για να αγοράσω αλεύρι. Αυτό είναι ένα υπέροχο συναίσθημα», λέει.
Τη ρωτώ αν είναι εύκολο να βρει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Μου απαντά πως πωλούνται, αλλά κοστίζουν πολύ ακριβά. Στη μαύρη αγορά, μία σχετικά μικρή οικογένεια μπορεί να χρειαστεί ακόμη και 150 δολάρια τη μέρα για να αγοράσει τα απολύτως απαραίτητα. Για πολυμελείς οικογένειες, όπως η δική της, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα.
Τα μετρητά στη Λωρίδα της Γάζας είναι δυσεύρετα. Δεν υπάρχουν τραπεζικά καταστήματα, ούτε μηχανήματα. Όλες οι πληρωμές γίνονται μέσω τραπεζικής κατάθεσης από το κινητό τηλέφωνο τη στιγμή της αγοράς. Για όσους έχουν ακόμη μετρητά, οι τιμές είναι χαμηλότερες. Για τους υπόλοιπους, τα προϊόντα κοστίζουν περισσότερο, ενώ τις ημέρες που οι κεραίες τηλεφωνίας καταστρέφονται από τους βομβαρδισμούς δεν μπορούν να αγοράσουν τίποτε. Φυσικά, ούτε και να επικοινωνήσουν με τον «έξω» κόσμο. Έτσι, μπορεί να χαθούν τα ίχνη τους για μία έως και τέσσερις ημέρες – μέχρι η Παλαιστινιακή αρχή να επιδιορθώσει τις βλάβες –, κατά τις οποίες, εάν δεν έχουν προλάβει να προμηθευτούν τρόφιμα, είναι καταδικασμένοι να μείνουν νηστικοί.
«Περάσαμε πολύ δύσκολες μέρες – ειδικά σε περιόδους ακρίβειας», λέει, «για μήνες τρώγαμε μόνο ένα γεύμα τη μέρα κι αυτό λειψό. Όλη νύχτα πονούσε το στομάχι μου από την πείνα και δύο από τις αδερφές μου που εξετάστηκαν από τους γιατρούς, βρέθηκαν υποσιτισμένες. Όταν η πείνα χειροτέρεψε, είχε τύχει να περάσει και μία ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να φάμε ούτε μια μπουκιά ψωμί.»
Χρησιμοποιεί παρελθοντικό χρόνο, δίνοντας την εντύπωση ότι τώρα η κατάσταση έχει βελτιωθεί. Όμως δεν είναι έτσι, παρόλο που οι συνεισφορές από το εξωτερικό είναι σωτήριες. Και όχι μόνο στην δική της περίπτωση, αφού όλες οι οικογένειες στη Γάζα καταφέρνουν να επιβιώσουν χάρη στην οικονομική βοήθεια που τους στέλνουν.
«Δεν υπάρχουν θεσμοί που μας στηρίζουν, ούτε λαμβάνουμε δωρεάν κουπόνια. Όλα αυτά είναι ψέματα. Μιλώ για τη δική μου οικογένεια: είμαστε φτωχοί, οι γονείς μου είναι ηλικιωμένοι και δεν έχουμε λάβει καμία βοήθεια από καμία πρωτοβουλία ή φιλανθρωπική οργάνωση», λέει.
Όσο για τα σημεία παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, για τους περισσότερους Παλαιστινίους δεν είναι παρά ταυτόσημα με το θάνατο. «Είναι πολύ επικίνδυνα», μου λέει, η Renad, «αν ήταν στο χέρι μου θα τα σταματούσα, γιατί εξαιτίας αυτών χιλιάδες νέοι σκοτώθηκαν».
Απορώντας πώς μαγειρεύουν, τη ρωτώ εάν έχουν νερό και ηλεκτρικό ρεύμα. Μου απαντά ότι το νερό δεν είναι πόσιμο, όμως δεν υπάρχει άλλη επιλογή κι αναγκάζονται να το πίνουν.
«Η μητέρα μου έχει προβλήματα υγείας και δεν μπορεί να το πίνει· πρέπει να πίνει μόνο εμφιαλωμένο νερό. Αναγκάστηκα να της αγοράζω νερό όσο ήταν άρρωστη, αλλά μόλις βελτιώθηκε σταμάτησα, γιατί δεν έχω τη δυνατότητα να αγοράζω κάθε μέρα και πωλείται σε υψηλή τιμή. Επίσης, δεν είναι καθόλου εύκολο να το βρεις. Εγώ και ο αδερφός μου περπατάμε μεγάλες αποστάσεις, περιμένουμε σε ουρές με εκατοντάδες ανθρώπους κάτω από τον ήλιο και το κουβαλάμε στην πλάτη μας μέχρι να επιστρέψουμε.»
Όσο για το ηλεκτρικό ρεύμα, μου απαντά: «Από τις 7 Οκτωβρίου η ζωή μας σταμάτησε: η εκπαίδευση, οι τράπεζες, το ρεύμα… όλα χάθηκαν από εκείνη τη μοιραία νύχτα. Ζω μέσα στο σκοτάδι από τότε.»
Η Renad ζει τώρα, μαζί με τη οικογένειά της, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο, με μία τουαλέτα, ενώ η κουζίνα του «σπιτιού» τους βρίσκεται κάτω από μία τέντα. Κουζίνα όχι κανονική, αλλά με ξύλα και κάρβουνα, τα οποία επίσης αγοράζει προκειμένου να μαγειρέψουν. Τα κινητά τους τηλέφωνα – το μόνο μέσο που διαθέτουν για να διατηρήσουν μία έστω και σποραδική επικοινωνία με όσους τους στηρίζουν εκτός Γάζας – τα φορτίζουν όποτε μπορούν και στα λίγα σημεία που υπάρχει ακόμη ρεύμα· και πάλι επί πληρωμή.
Αποφεύγει να μου πει περισσότερα, αρνείται να μου στείλει φωτογραφίες. Είναι προφανές ότι φοβάται – και το ομολογεί, ζητώντας μου συγγνώμη.
«Δεν φοβάμαι για εμένα, αλλά για την οικογένειά μου», μου λέει, «είναι όλοι συνένοχοι σε αυτήν την γενοκτονία που συμβαίνει εις βάρος μας – οι ζωές μας έχουν καταστραφεί. Δεν περνά ούτε μια μέρα εύκολα, κάθε μέρα είναι μαρτύριο. Ζούμε στην κόλαση. Ανησυχούμε και δεν ξέρουμε ποια θα είναι η μοίρα μας. Δεν υπάρχει ούτε ένα ασφαλές μέρος στη Γάζα. Ο ισραηλινός στρατός βομβαρδίζει σπίτια, τζαμιά, παιδικές χαρές, αγορές, νοσοκομεία – ακόμη και νηπιαγωγεία έχουν βομβαρδιστεί. Ξέρω μόνο ένα πράγμα: ότι απλώς περιμένουμε το θάνατο.»







