Στην έκθεση της Fitch τονίζεται ότι το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζει τη δυνατότητα της Γαλλίας να ανταποκριθεί σε μελλοντικά οικονομικά σοκ, χωρίς να επιβαρυνθεί περαιτέρω η ήδη δύσκολη δημοσιονομική της κατάσταση.
Η αξιολόγηση δημοσιεύτηκε στο φινάλε μιας ταραχώδους εβδομάδας, κατά την οποία απορρίφθηκε το σχέδιο του Φρανσουά Μπαϊρού για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος – το υψηλότερο στην ευρωζώνη – με αποτέλεσμα την κατάρρευση της κυβέρνησης. Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέλαβε πρωθυπουργός με εντολή Μακρόν και έχει ήδη ξεκινήσει συνομιλίες με κόμματα της αντιπολίτευσης, ώστε να επιτευχθεί συμφωνία για τον προϋπολογισμό πριν τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο νέος πρωθυπουργός δεσμεύτηκε για αλλαγή προσέγγισης στη διαμόρφωση του προϋπολογισμού, ειδικά μετά την απόρριψη της προηγούμενης πρότασης για μείωση του ελλείμματος στο 4,6% του ΑΕΠ έως το 2026 (από 5,4% φέτος). Ωστόσο, το πολιτικό σκηνικό παραμένει βαθιά διχασμένο, με τους βουλευτές να απορρίπτουν συμβιβασμούς, ενώ η ακροδεξιά και η ριζοσπαστική αριστερά ζητούν ανοιχτά την αποχώρηση Μακρόν πριν τη λήξη της θητείας του το 2027 — κάτι που ο ίδιος αποκλείει.
Η Fitch σημειώνει ότι η πολιτική αστάθεια και ο κατακερματισμός της Βουλής, με τρεις κυβερνήσεις να έχουν αλλάξει από τις πρόωρες εκλογές του 2024, υπονομεύουν την ικανότητα υλοποίησης μεταρρυθμίσεων και καθιστούν απίθανη την επίτευξη του στόχου για έλλειμμα 3% του ΑΕΠ έως το 2029. Αντίθετα, εκτιμάται ότι θα παραμείνει άνω του 5% για τα έτη 2026-2027.
Ο υπηρεσιακός υπουργός Οικονομικών Ερίκ Λομπάρ, με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, αναγνώρισε την υποβάθμιση, υπογραμμίζοντας ότι έχουν ξεκινήσει διαβουλεύσεις ώστε να εξασφαλιστεί η έγκριση του προϋπολογισμού και να συνεχιστεί η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Στο μεταξύ, η πολιτική και δημοσιονομική αβεβαιότητα της χώρας έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών τους τελευταίους 18 μήνες, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των γαλλικών κρατικών τίτλων. Το δεκαετές ομόλογο της χώρας εμφανίζει από τις υψηλότερες αποδόσεις στην Ευρωζώνη, παρόμοιες με χώρες όπως η Ιταλία και η Σλοβακία, ενώ το spread έναντι του γερμανικού ομολόγου έχει σχεδόν διπλασιαστεί από την περσινή προκήρυξη των εκλογών.
Ορισμένοι αναλυτές θέτουν το ερώτημα αν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια νέα κρίση χρέους, ανάλογη με εκείνη του 2010. Οι περισσότεροι απορρίπτουν αυτό το ενδεχόμενο, υπενθυμίζοντας ότι «η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα» και ότι η Ευρωζώνη έχει πλέον ενισχυθεί θεσμικά ώστε να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους κινδύνους πιο αποτελεσματικά.
Ωστόσο, ένα σημείο σύγκρισης με την ελληνική κρίση είναι το μέγεθος του δημόσιου τομέα. Στη Γαλλία, αυτός αντιστοιχεί στο 57% του ΑΕΠ, κάτι που έχει ήδη αναδείξει η Fitch σε προηγούμενες αξιολογήσεις της. Σε αυτό ακριβώς το πεδίο προσπάθησε να παρέμβει και ο πρώην πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού, χωρίς επιτυχία.
Η πρόσφατη υποβάθμιση της γαλλικής πιστοληπτικής ικανότητας ενδέχεται να έχει ευρύτερες επιπτώσεις για την ίδια την ΕΕ, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο αλλά και τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής άμυνας.
Χώρες με κορυφαία πιστοληπτική αξιολόγηση, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Δανία, θα κινηθούν με προτεραιότητα στη διατήρηση του δικού τους «ΑΑΑ». Αυτό σημαίνει ότι ενισχύεται ακόμη περισσότερο η –ήδη ισχυρή– τάση για αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, κάτι που αποδυναμώνει τις φωνές που ζητούν κοινή ανάληψη χρέους, κυρίως από τον ευρωπαϊκό Νότο.



