Σε ξεχωριστές συνεντεύξεις, ο ιδρυτής της Microsoft Μπιλ Γκέιτς και ο διευθυντής του PAHO, Δρ. Ζάρμπας Μπαρμπόζα, ανέφεραν για πρώτη φορά ότι οι οργανισμοί τους αναζητούν στρατηγικές για να αντιμετωπίσουν την ανισότητα στην πρόσβαση στα συγκεκριμένα, εξαιρετικά αποτελεσματικά αλλά και ακριβά φάρμακα.
Περίπου 70% του ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων που πάσχουν από παχυσαρκία ζουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, οι οποίες δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στο κόστος αντιμετώπισης της επιδημίας και των συναφών προβλημάτων υγείας, όπως ο διαβήτης και οι καρδιοπάθειες.
Απαντώντας σε ερώτηση για τις θεραπείες αυτές, ο Γκέιτς δήλωσε ότι το Ίδρυμά του θα πάρει οποιοδήποτε φάρμακο αποδεικνύεται αποτελεσματικό στις πλούσιες χώρες και θα προσπαθήσει να το κάνει «υπερβολικά φθηνό, ώστε να μπορεί να φτάσει σε όλους τους ανθρώπους στον κόσμο».
Για παράδειγμα, το Ίδρυμα συνεργάζεται ήδη με την ινδική φαρμακοβιομηχανία Hetero για να φέρει στην αγορά φθηνότερα αντίγραφα ενός νέου φαρμάκου πρόληψης του HIV, το οποίο αναμένεται να κοστίζει 40 δολάρια τον χρόνο στις χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Φθηνά αντίγραφα
Από το επόμενο έτος, η δραστική ουσία του φαρμάκου Wegovy της Novo Nordisk, η σεμαγλουτίδη (semaglutide), λήγει από πατέντα σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία, επιτρέποντας στις φαρμακοβιομηχανίες να παρασκευάσουν φθηνότερα γενόσημα.
Τα επώνυμα φάρμακα απώλειας βάρους πωλούνται κυρίως σε πλούσιες χώρες, όπου οι συνταγές κοστίζουν εκατοντάδες δολάρια τον μήνα.
Ο Γκέιτς ανέφερε επίσης ότι το Ίδρυμα θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει κλινικές δοκιμές για να εξετάσει πώς τα φάρμακα αυτά επηρεάζουν διαφορετικούς πληθυσμούς και να παρέχει τα δεδομένα που απαιτούνται για την ευρύτερη πρόσβαση.
Η είσοδος του Ιδρύματος Γκέιτς στον τομέα της παχυσαρκίας θα ήταν κάτι νέο, καθώς μέχρι σήμερα επικεντρώνεται κυρίως στην αντιμετώπιση θανατηφόρων ασθενειών σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπως η ελονοσία.
Ο Γκέιτς επισήμανε ότι, παρότι η παχυσαρκία δεν αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις χώρες όπου δρα το Ίδρυμα, ο ρόλος της στις χρόνιες ασθένειες καθιστά επιτακτική την ανάγκη για δράση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι το οικονομικό κόστος της παχυσαρκίας θα φτάσει τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030, αν δεν ληφθούν μέτρα.
Ο ΠΟΥ έχει προτείνει φέτος, σε προσωρινές κατευθυντήριες οδηγίες, τη χρήση φαρμάκων απώλειας βάρους ως θεραπεία για ενήλικες με παχυσαρκία, αλλά έχει επικρίνει τις φαρμακευτικές εταιρείες για το υψηλό κόστος και τη χαμηλή διαθεσιμότητα.
Το παράρτημά του για την Αμερική (PAHO) διαχειρίζεται ένα ταμείο προμηθειών, το οποίο μειώνει τις τιμές των φαρμάκων μέσω συλλογικών παραγγελιών εκ μέρους των 35 κρατών-μελών του.
Σύμφωνα με τον δρ. Μπαρμπόζα, το ταμείο αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για την προμήθεια φαρμάκων απώλειας βάρους, βοηθώντας παράλληλα τις εταιρείες να ξεπεράσουν γραφειοκρατικά εμπόδια και να λάβουν ταχύτερες εγκρίσεις.
«Βρισκόμαστε στην αρχή της συζήτησης», δήλωσε ο Μπαρμπόζα, προσθέτοντας ότι ο PAHO ετοιμάζει οδηγίες για την καλύτερη χρήση των φαρμάκων αυτών και προγραμματίζει συνομιλίες μέσα στις επόμενες εβδομάδες με τις εταιρείες Novo Nordisk, Eli Lilly και παραγωγούς γενοσήμων.






