Συγκεκριμένα, το επιτόκιο καταθέσεων παραμένει στο 2% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,4%
Σύμφωνα με τις τελευταίες προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος, ο συνολικός πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 2,1% το 2025, 1,9% το 2026, 1,8% το 2027 και 2,0% το 2028. Ο πληθωρισμός χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα προβλέπεται να ανέλθει σε 2,4% το 2025, 2,2% το 2026, 1,9% το 2027 και 2,0% το 2028.
Η πρόβλεψη για το 2026 αναθεωρήθηκε ανοδικά, κυρίως λόγω της εκτίμησης ότι οι τιμές των υπηρεσιών θα αποκλιμακωθούν πιο αργά απ’ ό,τι αναμενόταν προηγουμένως.
Η οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα είναι ισχυρότερη σε σχέση με τις προβολές του Σεπτεμβρίου, κυρίως χάρη στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης. Ο ρυθμός ανάπτυξης αναθεωρήθηκε σε 1,4% για το 2025, 1,2% για το 2026 και 1,4% για το 2027, ενώ προβλέπεται να παραμείνει στο 1,4% και το 2028.
Το Διοικητικό Συμβούλιο επαναλαμβάνει τη δέσμευσή του να διασφαλίσει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Η άσκηση της νομισματικής πολιτικής θα συνεχίσει να βασίζεται στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία, με αποφάσεις που θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, χωρίς προκαθορισμένη πορεία επιτοκίων.
Οι αποφάσεις για τα επιτόκια θα εξαρτώνται από την αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των σχετικών κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη τα νεότερα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά δεδομένα, τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και τον βαθμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.
Τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ παραμένουν αμετάβλητα: το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,00%, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,15% και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,40%.
Όσον αφορά τα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού APP και PEPP, τα χαρτοφυλάκια συνεχίζουν να μειώνονται με σταθερό και προβλέψιμο ρυθμό, καθώς δεν επανεπενδύονται πλέον τα κεφάλαια από τίτλους που λήγουν.
Το Διοικητικό Συμβούλιο παραμένει έτοιμο να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία, εντός της εντολής του, προκειμένου να διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών και την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα, το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (TPI) εξακολουθεί να είναι διαθέσιμο για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων και αποδιοργανωτικών εξελίξεων στις αγορές που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σοβαρά τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.





