Οκτώ χρόνια, μία πανδημία και δύο εμπορικούς πολέμους αργότερα, ο Τραμπ επιστρέφει στο Πεκίνο την Πέμπτη (14/5), με το θέμα της μελλοντικής κυριαρχίας να έχει «μονοπωλήσει» τα εγχώρια και διεθνή πρωτοσέλιδα.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, η Κίνα παρουσιάζει όλο και περισσότερο τον εαυτό της όχι ως έναν πολιτισμό σε παρακμή που προσπαθεί να φτάσει τη Δύση, αλλά ως μια υπερδύναμη έτοιμη να την ξεπεράσει.
Κινέζοι εθνικιστές και σχολιαστές που συνδέονται με το κράτος λένε ότι πρέπει να ευχαριστούν τον Τραμπ γι’ αυτό.
Πιο συγκεκριμένα, για δεκαετίες, πολλοί Κινέζοι έβλεπαν τις Ηνωμένες Πολιτείες με ένα μείγμα θαυμασμού, φθόνου και δυσαρέσκειας. Η Αμερική αντιπροσώπευε τον πλούτο, την τεχνολογική υπεροχή και τη θεσμική αυτοπεποίθηση. Ακόμη και επικριτές της Ουάσιγκτον, που απεχθάνονταν το αμερικανικό σύστημα, συχνά υπέθεταν ότι αυτό λειτουργούσε.
Ωστόσο, όπως τονίζεται η ασταθής δεύτερη θητεία του Τραμπ στην εξουσία κατέρριψε αυτή την εικόνα.
Η Κίνα «βλέπει» τον Τραμπ ως επιταχυντή της αμερικανικής παρακμής
Τον Ιανουάριο, ένα εθνικιστικό think tank του Πεκίνου, συνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Renmin, δημοσίευσε μια θριαμβευτική έκθεση για τον πρώτο χρόνο της επιστροφής του Τραμπ στην εξουσία.
Ειδικότερα, η σχετική έκθεση υποστήριζε ότι οι δασμοί του, οι επιθέσεις κατά συμμάχων, οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές και οι επιθέσεις του κατά του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου ενίσχυσαν άθελά τους την Κίνα, ενώ αποδυνάμωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο τίτλος της ήταν: «Ευχαριστούμε, Τραμπ».
Στο ίδιο πλαίσιο, η έκθεση χαρακτήριζε τον Τραμπ «επιταχυντή της αμερικανικής πολιτικής παρακμής», με τις ΗΠΑ να διολισθαίνουν προς την πόλωση, τη θεσμική δυσλειτουργία και μια «αστάθεια» παρόμοια με χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η εχθρότητά του απέναντι στην Κίνα, υποστήριζαν οι συντάκτες, λειτούργησε ως «αντίστροφος επιταχυντής», που συσπείρωσε τη χώρα και συνέβαλε στη στρατηγική της αυτάρκεια.
«Σε αυτό το ιστορικό σημείο καμπής», έγραψαν χαρακτηριστικά οι συντάκτες, «αυτό που ακούμε είναι ο βαρύς και στοιχειωτικός ήχος της καμπάνας του εσπερινού μιας αυτοκρατορίας».
Η αμερικανική «παρακμή» ολοένα και πιο διάχυτη στον κυρίαρχο λόγο
Μια τέτοια γλώσσα, που κάποτε περιοριζόταν κυρίως στις εθνικιστικές γωνιές του κινεζικού διαδικτύου, έχει εισχωρήσει ολοένα και περισσότερο στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο.
Τα στοιχεία αυτής της μετατόπισης είναι μετρήσιμα: η χρήση όρων σχετικών με την «αμερικανική παρακμή» σε επίσημες κινεζικές πηγές σχεδόν διπλασιάστηκε το 2025, σύμφωνα με μελέτη δύο ερευνητών του Brookings Institution.
Παρ’ όλα αυτά, η αφήγηση περί αμερικανικής παρακμής δεν ξεκίνησε με τον Τραμπ. Εδώ και χρόνια, τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης και οι εθνικιστές σχολιαστές προβάλλουν τις μαζικές ένοπλες επιθέσεις, το πρόβλημα των αστέγων, την πολιτική πόλωση και την οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ ως αποδείξεις της αποτυχίας της δυτικής δημοκρατίας.
Ωστόσο, η επιστροφή του κ. Τραμπ στην εξουσία και οι αλλοπρόσαλλες αποφάσεις της κυβέρνησής του τόσο στην εσωτερική, όσο και στην εξωτερική πολιτική προσέφεραν άφθονο νέο υλικό στη μηχανή προπαγάνδας.
Πιο συγκεκριμένα, εικόνες από επιχειρήσεις κατά μεταναστών, οι πυροβολισμοί στη Μινεάπολη και η «πικρή» πολιτική αντιπαράθεση κυκλοφορούν ευρέως στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνοδευόμενες από θριαμβευτικά σχόλια για την αμερικανική δυσλειτουργία. Αυτό που κάποτε ακουγόταν σε πολλούς μορφωμένους Κινέζους ως υπερβολική προπαγάνδα, πλέον μοιάζει σε ορισμένους με απλή παρατήρηση της πραγματικότητας.
«Οι ΗΠΑ ολοένα και πιο επιρρεπείς σε συμβιβασμό»
Μεταξύ των αναλυτών εξωτερικής πολιτικής στην Κίνα, η συζήτηση έχει στραφεί πλέον στο τι μπορεί να αποκομίσει το Πεκίνο από τη διμερή αυτή σχέση, η οποία έχει γίνει πιο ανταλακτική υπό τον Τραμπ απ’ ό,τι επί προεδρίας του Τζό Μπάιντεν.
«Μόνο η Κίνα μπορεί να σώσει τον Τραμπ», δήλωσε ο Χουάνγκ Τζινγκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Διεθνών Σπουδών της Σαγκάης, κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης που μεταδόθηκε ζωντανά στα τέλη του 2025.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ να πλησιάζουν, υποστήριξε ότι ο Τραμπ χρειαζόταν ορατές νίκες, όπως κινεζικές αγορές αμερικανικής σόγιας, καλαμποκιού και φυσικού αερίου, που θα μπορούσαν να έχουν απήχηση στις πολιτείες-κλειδιά.
«Από την εποχή του Τραμπ», είπε ο κ. Χουάνγκ στην εκδήλωση, «οι ΗΠΑ έχουν γίνει ολοένα και πιο επιρρεπείς σε συμβιβασμούς».
Στο ίδιο φόντο, ο Γου Σινμπό, κορυφαίος μελετητής αμερικανικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Fudan, προσέφερε μια παρόμοια εκτίμηση.
Αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων αυτό το φθινόπωρο, είπε στην ίδια εκδήλωση, ο Τραμπ είναι πιθανό να στραφεί προς τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του κληρονομιάς, δημιουργώντας περιθώριο για έναν ευρύτερο συμβιβασμό με το Πεκίνο.
Η Κίνα, είπε, «πρέπει να αξιοποιήσει σωστά αυτή την ευκαιρία».
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε την κινεζική επιρροή
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στο Ιράν ενίσχυσε την άποψη ότι η Κίνα έχει το πάνω χέρι απέναντι στον Τραμπ. Σε συνέδριο στα τέλη Απριλίου, ο κ. Γου υποστήριξε ότι ο πόλεμος μείωσε την επιρροή της Ουάσιγκτον απέναντι στην Κίνα, ενώ αύξησε εκείνη του Πεκίνου, επειδή απορρόφησε την αμερικανική στρατιωτική και διπλωματική προσοχή στη Μέση Ανατολή.
Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτή η λογική βοηθά να εξηγηθεί γιατί η επίσημη γλώσσα της Κίνας απέναντι στον Τραμπ ήταν συχνά λιγότερο εχθρική απ’ ό,τι απέναντι στον κ. Μπάιντεν.
Σύμφωνα με ένα πρόγραμμα του ενημερωτικού δελτίου Tracking People’s Daily, το οποίο χρησιμοποίησε τεχνητή νοημοσύνη για να αναλύσει σχεδόν 7.000 επίσημες κινεζικές δηλώσεις από το 2021, ο Μπάιντεν παρουσιαζόταν ως πιο συστημική απειλή - τόσο σοβαρή, ώστε ο Σι Τζινπίνγκ κατηγόρησε την Ουάσιγκτον για «περικύκλωση και καταστολή», μια ασυνήθιστα συγκρουσιακή διατύπωση για Κινέζο ηγέτη.
Αντίθετα, όπως σημείωνε η μελέτη, «ο συναλλακτικός τρόπος σκέψης του Τραμπ είναι κάτι που το Πεκίνο κατανοεί και με το οποίο μπορεί να συνεργαστεί».
Ωστόσο, η πεποίθηση περί αμερικανικής παρακμής δεν έχει μεταφραστεί σε επιθετική κινεζική εξωτερική πολιτική - τουλάχιστον όχι στο είδος του ανοιχτού γεωπολιτικού τυχοδιωκτισμού που επέδειξε η Ρωσία πριν από την εισβολή στην Ουκρανία.
Η Κίνα έχει γίνει πιο διεκδικητική, ασκώντας πιέσεις σε συμμάχους των ΗΠΑ, επεκτείνοντας τη στρατιωτική της δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν και περιορίζοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών ως απάντηση στους δασμούς του Τραμπ.
Όμως, ακόμη και ενώ το Πεκίνο προωθεί την ιδέα της παρακμής της αμερικανικής ισχύος, φαίνεται επιφυλακτικό απέναντι σε μια άμεση αντιπαράθεση με αυτό που πολλοί Κινέζοι αναλυτές εξακολουθούν να περιγράφουν ως μια επικίνδυνη υπερδύναμη.
Δύο παράγοντες συμβάλλουν σε αυτή την επιφυλακτικότητα.
Πρώτον, πολλοί Κινέζοι στρατηγικοί αναλυτές πιστεύουν ότι το Πεκίνο μπορεί να ωφεληθεί περισσότερο αφήνοντας απλώς την κυβέρνηση Τραμπ να σκοντάφτει στα δικά της λάθη.
Δεύτερον, μια ασταθής και αποσπασμένη Αμερική μπορεί να είναι και πιο απρόβλεπτη.
Όπως τονίζεται δε, η εξαρτημένη από τις εξαγωγές κινεζική οικονομία χρειάζεται μια σταθερή διεθνή τάξη για να λειτουργήσει.
Μια «αλλοπρόσαλλη» Αμερική απειλεί αυτή τη σταθερότητα με τρόπους που μια σίγουρη και προβλέψιμη Αμερική δεν απειλούσε ποτέ, σημείωσε η Ζονγκγιουάν Ζόι Λιου, οικονομολόγος στο Council on Foreign Relations.
Ο Σι «παίρνει τις ΗΠΑ που πάντα ήθελε», είπε, «και ταυτόχρονα την Αμερική που φοβόταν περισσότερο».






