Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, το λεγόμενο «Anti-Weaponization Fund» θα χρηματοδοτήσει έναν μηχανισμό εξέτασης αιτήσεων αποζημίωσης από πολίτες που θεωρούν ότι υπήρξαν αντικείμενο άδικης ή πολιτικά υποκινούμενης μεταχείρισης από την προηγούμενη διοίκηση. Το ποσό του ταμείου, 1,776 δισ. δολάρια, παραπέμπει συμβολικά στο 1776, έτος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.
Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται παράλληλα με την απόσυρση αγωγής ύψους 10 δισ. δολαρίων που είχε καταθέσει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της IRS και του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, με αφορμή τη διαρροή των φορολογικών του στοιχείων. Στην υπόθεση είχε κριθεί ένοχος πρώην συμβασιούχος της υπηρεσίας για παράνομη διαρροή ευαίσθητων δεδομένων, ενώ ο Τραμπ είχε κινηθεί νομικά ως ιδιώτης, ζητώντας αποζημίωση για την παραβίαση.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η αγωγή στρεφόταν κατά υπηρεσιών που υπάγονται στην εκτελεστική εξουσία, της οποίας ο ίδιος ηγείται, είχε ήδη προκαλέσει συζητήσεις στους νομικούς κύκλους ως προς το κατά πόσο υφίσταται θεσμική σύγκρουση ρόλων και συμφερόντων.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας για την απόσυρση της αγωγής, το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέλαβε τη συγκρότηση του νέου ταμείου αποζημιώσεων, το οποίο –σύμφωνα με τις ανακοινώσεις– δεν αφορά αποκλειστικά τον ίδιο τον πρόεδρο, αλλά θα εξετάζει αιτήματα πολιτών που δηλώνουν ότι υπέστησαν διώξεις ή στοχοποίηση την προηγούμενη περίοδο διακυβέρνησης.
Η λειτουργία του μηχανισμού θα βασίζεται σε πενταμελή επιτροπή, τα μέλη της οποίας δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί. Προβλέπεται ότι οι αιτήσεις θα εξετάζονται έως το τέλος του 2028, ενώ ο πρόεδρος θα διατηρεί τη δυνατότητα αλλαγών στη σύνθεση της επιτροπής, στοιχείο που ήδη προκαλεί ερωτήματα ως προς τον βαθμό ανεξαρτησίας της διαδικασίας.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αντιμετώπισης της λεγόμενης «εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης» από την προηγούμενη διοίκηση, θέση που αποτελεί βασικό άξονα της πολιτικής ρητορικής του Λευκού Οίκου. Ο υπηρεσιακός υπουργός Δικαιοσύνης, Τοντ Μπλανς, έκανε λόγο για ανάγκη αποκατάστασης όσων θεωρούν ότι βρέθηκαν στο στόχαστρο κρατικών μηχανισμών για πολιτικούς λόγους.
Από την πλευρά τους, πολιτικοί αντίπαλοι και οργανώσεις εποπτείας του κράτους εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να οδηγήσει σε αδιαφανείς αποζημιώσεις με πολιτικά κριτήρια και χρήση δημόσιων πόρων προς όφελος προσώπων που πρόσκεινται στην εκάστοτε διοίκηση.
Η υπόθεση αποκτά επιπλέον βαρύτητα λόγω προηγούμενων συμβιβασμών του υπουργείου Δικαιοσύνης με στελέχη του κύκλου Τραμπ, όπως ο Μάικλ Φλιν και ο Κάρτερ Πέιτζ, οι οποίοι είχαν κινηθεί νομικά για χειρισμούς των ομοσπονδιακών αρχών σε βάρος τους.
Το νέο ταμείο αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικών και πολιτικών προσφυγών, καθώς εγείρονται ερωτήματα για τη συνταγματικότητα της διαδικασίας, τον τρόπο χρηματοδότησης και τα κριτήρια απονομής αποζημιώσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη εντείνει τη συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες για τα όρια μεταξύ πολιτικής εξουσίας και θεσμικής ανεξαρτησίας, αλλά και για το κατά πόσο μπορεί ένα κράτος να μετατρέπεται σε μηχανισμό αποκατάστασης πολιτικών αφηγήσεων με οικονομικό αντίκρισμα.



